Τετάρτη, 26 Οκτώβριος 2011 08:45

Αξιολόγηση Επενδύσεων - Επιλογή Νομοθεσίας

Rate this item
(14 votes)

1. Εισαγωγή

Η ανάπτυξη µίας επιχείρησης, ακόμα και η ικανότητά της να παραμείνει ανταγωνιστική και τελικά να επιβιώσει, εξαρτάται από το βαθμό στον οποίο αναζητά ιδέες για τη δημιουργία νέων προϊόντων, για τη βελτίωση των υπαρχόντων προϊόντων, ή για την ελαχιστοποίηση του λειτουργικού της κόστους. Η διαδικασία της απόφασης για στρατηγικές επενδύσεις περιλαμβάνει τον εντοπισμό, την αξιολόγηση και την επιλογή μεταξύ εναλλακτικών προγραµµάτων, τα οποία είναι πιθανό να έχουν μεγάλο αντίκτυπο στο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της επιχείρησης.

Επένδυση θεωρείται κάθε τοποθέτηση διαθέσιμων κεφαλαίων της επιχείρησης σε άλλα ενεργητικά στοιχεία, τα οποία προορίζονται να παραμείνουν στην επιχείρηση για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η απόφαση για µία επένδυση μπορεί να επηρεάσει την επιχείρηση σε τρία επίπεδα, στις δραστηριότητες στις οποίες εμπλέκεται, δηλαδή τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που προσφέρει, στο γεωγραφικό χώρο στον οποίο είναι διασπαρμένες οι δραστηριότητές της και στον τρόπο µε τον οποίο λειτουργεί.

Είναι φανερή επομένως η ανάγκη η διαδικασία της απόφασης για στρατηγικές επενδύσεις να γίνεται σωστά. Αν η επένδυση αποδειχθεί επιτυχημένη η επιχείρηση θα απολαμβάνει μεγάλα στρατηγικά και λειτουργικά πλεονεκτήματα. Από την άλλη όμως, αν η επένδυση αποδειχθεί λανθασμένη, είτε θα χαθεί µία μεγάλη ευκαιρία για την ανάπτυξη της επιχείρησης, είτε η επιχείρηση θα έχει σπαταλήσει σημαντικούς πόρους χωρίς να αποκομίσει κανένα όφελος (Adler, 2000).

 

Σύμφωνα με τον Σακκά (2002), η αξιολόγηση επενδύσεων είναι µια εξαιρετικά σύνθετη διαδικασία η οποία από τη φύση της εμπεριέχει σημαντικό βαθμό αβεβαιότητας και ρίσκου. Η χρηµατοοικονοµική αξιολόγηση αποτελεί ένα μικρό µέρος της όλης διαδικασίας, που περιστρέφεται γύρω από την έννοια των ταμειακών ροών της επένδυσης και αποτελεί ένα χρήσιμο αναλυτικό εργαλείο.

Η αξιολόγηση µίας επένδυσης συνολικά βασίζεται στη βαθιά κατανόηση της εταιρίας και του περιβάλλοντός της (αγορά) καθώς και σε θέματα στρατηγικής που η επιχείρηση, µε υποκειμενικό τρόπο, θέτει. Για παράδειγμα, η σκοπιμότητα της ανάπτυξης µίας σειράς προϊόντων ή υπηρεσιών νέας γενιάς (π.χ. υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας τρίτης γενεάς) γίνεται µε παραδοχές και στρατηγικές θεωρήσεις που δύσκολα τεκμηριώνονται (Σακκάς, 2002). Δηλαδή, η χρηµατοοικονοµική αξιολόγηση αναγκαστικά βασίζεται σε πάρα πολλές οικονομικές, εμπορικές και παραγωγικές παραδοχές. Περιλαμβάνει τις εξής δύο βασικές διαδικασίες, (α) τον εντοπισμό όλων των εσόδων (εισροών) και εξόδων (εκροών), που σχετίζονται µε την επένδυση (cash flow analysis) και (β) τη χρήση μεθόδων και κριτηρίων, µε βάση τα οποία οι παραπάνω εισροές και εκροές να μπορούν να αξιολογούνται (capital budgeting decision methods).

Η πρώτη διαδικασία, του εντοπισμού των αναµενόµενων εσόδων και εξόδων της επένδυσης, είναι η περισσότερο δύσκολη, εμπεριέχει τη μεγαλύτερη αβεβαιότητα για τα συµπεράσµατα της αξιολόγησης και εμπλέκει άτομα ποικίλων εξειδικεύσεων, προκειμένου να σχεδιαστούν οι απαραίτητες «υποθέσεις εργασίας». Η δεύτερη διαδικασία έχει ένα αναλυτικό χαρακτήρα, που σκοπό έχει την επεξεργασία των δεδομένων και των παραδοχών της πρώτης φάσης. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι η χρηµατοοικονοµική αξιολόγηση µίας επένδυσης βοηθά και δεν καθορίζει τη λήψη της σχετικής επιχειρηματικής απόφασης.

2. Η διαδικασία λήψεως αποφάσεων για επενδύσεις

Όταν μία επιχείρηση εξετάζει την περίπτωση ανάληψης ενός επενδυτικού προγράμματος, θα πρέπει να πάρει δύο είδη αποφάσεων:

(α) η πρώτη αναφέρεται στο ένα αποδεχτεί ή απορρίψει το επενδυτικό πρόγραμμα, και

(β) η δεύτερη στον τρόπο χρηματοδότησης του επενδυτικού προγράμματος.

 

Η διαδικασία λήψης της απόφασης για µια στρατηγική επένδυση περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που συναντά κανείς στη διαδικασία µίας ανάλυσης κόστους – οφέλους. Τα τέσσερα στάδια µια τέτοιας διαδικασίας περιλαμβάνουν τον εντοπισμό εναλλακτικών επενδύσεων, την ποσοτική ανάλυση των αθροιστικών ταμειακών ροών, την ποιοτική ανάλυση στοιχείων που δεν εμπεριέχονται στις ταμειακές ροές και την τελική απόφαση αποδοχής ή απόρριψης της επένδυσης. Τα τέσσερα αυτά στάδια είναι αλληλένδετα και δεν θα πρέπει να υπάρχει απόφαση χωρίς την εξέταση κάποιου από αυτά.

Ο εντοπισμός εναλλακτικών επενδύσεων σχετίζεται µε τις ανάγκες που έχει η επιχείρηση και οι οποίες επιβάλλεται να ικανοποιηθούν, προκειμένου να ενισχυθεί η θέση της σε σχέση µε τον ανταγωνισμό.

Οι οργανισμοί-επιχειρήσεις διαθέτουν πόρους για επενδύσεις, οι οποίες εμπίπτουν σε τρεις γενικότερες κατηγορίες (Hilton et al., 2002):

‘ Επενδύσεις για αντικαταστάσεις και βελτιώσεις παγίων, τα οποία έχουν απαξιωθεί. Η αρχική ιδέα για τέτοιου είδους επενδύσεις προέρχεται συνήθως από τα άτομα που χρησιμοποιούν τα συγκεκριμένα πάγια στοιχεία και μπορούν να αντιληφθούν άμεσα τα προβλήματα τους.

‘ Επενδύσεις για επέκταση των δραστηριοτήτων µίας επιχείρησης, είτε για την ικανοποίηση των αυξανόμενων αναγκών της αγοράς είτε για αύξηση του μεριδίου αγοράς. Η ιδέα για αυτές τις επενδύσεις παρουσιάζεται από ευκαιρίες που προσφέρει το εξωτερικό περιβάλλον και συνήθως προέρχεται από στελέχη της ανώτατης διοίκησης.

‘ Επενδύσεις που αφορούν στρατηγικές κινήσεις της εταιρίας. Οι επενδύσεις αυτές εξετάζονται σε βάθος µίας και ουσιαστικά αφορούν στην επιβίωση της επιχείρησης. Η ιδέα προέρχεται από στελέχη της ανώτατης διοίκησης.


Από τη στιγμή που το στάδιο εντοπισμού της ιδέας έχει ολοκληρωθεί, τα εναλλακτικά επενδυτικά προγράµµατα θα πρέπει να εξεταστούν σε σχέση µε την οικονομική και µη επίδραση που θα έχουν στον οργανισμό αν εφαρμοστούν.

Για την εξέταση των οικονομικών επιπτώσεων, είναι απαραίτητη η συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά τόσο µε το κόστος της επένδυσης, όσο και µε τα οικονομικά οφέλη που θα συνεπάγεται η επιτυχημένη εφαρμογή της. Τα οικονομικά αρχεία της εταιρίας για επενδύσεις του παρελθόντος και οι συζητήσεις µε το αρμόδιο προσωπικό της επιχείρησης είναι χρήσιμα για επενδύσεις που αφορούν βελτιώσεις και αντικαταστάσεις παγίων στοιχείων ή επέκταση του οργανισμού. Παρόλα αυτά, όταν πρόκειται για επενδύσεις στρατηγικής σημασίας, λόγω της δυσκολίας τους και του γεγονότος ότι συμβαίνουν µόνο µια φορά, οι πληροφορίες αυτές είναι ελάσσονος σημασίας και θα πρέπει να εξεταστεί προσεκτικά το εσωτερικό και εξωτερικό περιβάλλον της επιχείρησης, προκειμένου να μπορέσουν να συγκεντρωθούν τα απαραίτητα στοιχεία. Είναι αναγκαίο να μελετηθούν οι συνθήκες της αγοράς και οι κινήσεις των ανταγωνιστών προκειμένου να βεβαιωθούν τα στελέχη ότι η επένδυση θα είναι προς το συμφέρον της επιχείρησης και να συγκριθούν τα πιθανά οφέλη που θα επιφέρει η επιτυχημένη εφαρμογή της σε αντιπαράθεση µε τα οφέλη των εναλλακτικών σχεδίων.

 

3. Μέθοδοι Αξιολόγησης Επενδύσεων

Από τη στιγμή που έχει εντοπιστεί µια πιθανή επένδυση, η οικονομική αξιολόγησή της περιλαμβάνει τα ακόλουθα στάδια:

  1. Προσδιορισμός του κόστους του επενδυτικού σχεδίου.
  2. Εκτίμηση των αναµενόµενων ταμειακών εκροών που απαιτούνται για την πραγματοποίηση του και των ταμειακών εισροών που θα προκύψουν από αυτό.
  3. Αξιολόγηση του κινδύνου.
  4. Καθορισμός του κόστους κεφαλαίου, σε σχέση µε τον προβλεπόμενο κίνδυνο.
  5. Αναγωγή των ταμειακών ροών στην παρούσα αξία τους, προκειμένου να συγκριθούν µε τα επιθυμητά αποτελέσματα και να εξαχθούν συµπεράσµατα για το αν η επένδυση είναι τελικά συμφέρουσα.

 

Οι συνηθέστερες μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση των επενδυτικών προγραµµάτων (capital budgeting) και τη λήψη της τελικής απόφασης, σχετικά µε την αποδοχή ή απόρριψή τους, περιλαμβάνουν:

i την Καθαρή Παρούσα Αξία (NPV),

i τον Εσωτερικό Βαθμό Απόδοσης του επενδεδυµένου κεφαλαίου / Εσωτερική Αποδοτικότητα (IRR),

i την Περίοδο Επανάκτησης του κεφαλαίου / Περίοδος Επανείσπραξης,

i τη Μέση Αποδοτικότητα (ARR),

i το Δείκτη Αποδοτικότητας (ΡΙ) και

i την ανάλυση κόστους-οφέλους.

 

 

Η βασική υπόθεση που χαρακτηρίζει όλες τις μεθόδους είναι ότι ο κίνδυνος (ή αβεβαιότητα) δεν αποτελεί σημαντικό πρόβλημα γι’ αυτούς που παίρνουν αποφάσεις.

 

3.1 Οι ταμειακές ροές

Η ταμειακή ροή αναφέρεται σε μία συγκεκριμένη χρονική περίοδο λειτουργίας μίας επιχείρησης, συνήθως είναι ετήσια και ορίζεται από τη διαφορά δύο μεγεθών: της ταμειακής εισροής και της ταμειακής εκροής. Για ένα επενδυτικό σχέδιο και κατ’ επέκταση την αξιολόγηση μίας επένδυσης, καταστρώνεται ο πίνακας των ετήσιων ταμειακών ροών για την οικονομική διάρκεια ζωής της επένδυσης.

Για την κατάστρωση του πίνακα των ταμειακών ροών, είναι απαραίτητη η γνώση των κάτωθι μεγεθών:

 του συνολικού κεφαλαίου επένδυσης,

 των ετήσιων δαπανών (σταθερά και αναλογικά λειτουργικά έξοδα, τόκοι, χρεολύσια, φόρος εισοδήματος, κλπ),

 των ετήσιων εσόδων και

 των ετήσιων αποσβέσεων.

 

Ο πίνακας των ταμειακών ροών ενός επενδυτικού σχεδίου έχει την ακόλουθη μορφή:

 

0

1

2

….ν

(1) Εκταμιεύσεις κεφαλαίου

 

 

 

 

(2) Έσοδα

 

 

 

 

(3) Έξοδα

 

 

 

 

(4) Μεικτά κέρδη = (2) – (3)

 

 

 

 

(5) Αποσβέσεις (συντελεστής απόσβεσης 20%)

 

 

 

 

(6) Τόκοι

 

 

 

 

(7) Φορολογητέο εισόδημα = (4) – (5) – (6)

 

 

 

 

(8) Φόροι = (7) * Συντελεστής φορολόγησης (25%)

 

 

 

 

(9) Καθαρά κέρδη μετά από φόρους = (7) – (8)

 

 

 

 

(10) Χρεολύσια

 

 

 

 

(11) Καθαρή Ταμειακή Ροή μετά από φόρους = (9) + (5) – (10) –(1)

 

 

 

 

3.1.1 Τα μεγέθη του πίνακα των ταμειακών ροών

3.1.1.1 Απαιτούμενο κεφάλαιο επένδυσης και πηγές χρηματοδότησης

Το συνολικό κεφάλαιο της επένδυσης μπορεί να διακριθεί στο κεφάλαιο προ εγκατάστασης και στο κεφάλαιο εγκατάστασης της μονάδας. Το κεφάλαιο προ εγκατάστασης συνίσταται στην αγορά οικοπέδων, στις ερευνητικές δαπάνες και στις δαπάνες της απαραίτητης υποδομής π.χ. δρόμοι για την προσπέλαση της περιοχής που θα κατασκευαστεί το έργο. Το κεφάλαιο εγκατάστασης περιλαμβάνει την αγορά του εξοπλισμού, την κατασκευή των κύριων και βοηθητικών κτιριακών εγκαταστάσεων, τα συστήματα ασφάλειας, κ.λπ. (Καλιαμπάκος και Δαμίγος, 2008).

Επιπλέον, στο κόστος αυτό θα πρέπει να προστίθεται ένα επιπλέον κεφάλαιο, το κεφάλαιο κίνησης, το οποίο αφορά στο κόστος κάλυψης των λειτουργικών δαπανών της επιχείρησης, συνήθως για ένα χρονικό διάστημα 3 – 6 μηνών μέχρι να αρχίσουν οι εισπράξεις.

3.1.1.2 Ετήσια έσοδα

Τα έσοδα ισούνται γενικά µε το γινόμενο της τιμής πώλησης του προϊόντος επί την αντίστοιχη ετήσια παραγωγή. Έτσι, στην περίπτωση ενός εργοστασίου παραγωγής εµφιαλωµένου νερού, τα ετήσια έσοδα ισούνται µε την ετήσια παραγωγή των φιαλών επί την τιμή πώλησης των (Καλιαμπάκος και Δαμίγος, 2008).

3.1.1.3 Ετήσιο κόστος λειτουργίας

Το κόστος λειτουργίας καλύπτει όλη τη διαδικασία παραγωγής, σε σχέση µε το είδος του παραγόμενου προϊόντος (π.χ. εµφιαλωµένο νερό) ή υπηρεσιών (π.χ. μαρίνα, βιολογικός καθαρισμός λυμάτων, κ.ά.), καθώς και τα γενικά έξοδα διάθεσης, διοίκησης, κ.λπ. Αφετηρία υπολογισμού του κόστους λειτουργίας αποτελεί το σχέδιο εργασιών της

επένδυσης, µε τη βοήθεια του οποίου καταρτίζονται οι πίνακες των απαιτούμενων µηχανηµάτων και του προσωπικού (Καλιαμπάκος και Δαμίγος, 2008).

 

3.1.1.4 Αποσβέσεις

Οι αποσβέσεις είναι η λογιστική διαπίστωση της ζημιάς που προκαλείται στην αξία του ενεργητικού µε τη χρήση ή µε την πάροδο του χρόνου. Η πρακτική των αποσβέσεων συνίσταται στην αφαίρεση ενός συγκεκριμένου ποσού από τα ακαθάριστα κέρδη σε ετήσια βάση, µέχρι το άθροισμα των ετήσιων αποσβέσεων να γίνει ίσο µε την αξία αγοράς των πάγιων στοιχείων (Καλιαμπάκος και Δαμίγος, 2008).

 

3.1.1.5 Τόκοι και χρεολύσια

Οι τόκοι αναφέρονται στο κόστος του δανειακού κεφαλαίου για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο κι εξαρτώνται από το ύψος του δανείου, το επιτόκιο δανεισμού, τον χρόνο εξόφλησης του δανείου και την περίοδο χάριτος (δηλ. το χρονικό διάστημα που δεν υπάρχει υποχρέωση καταβολής χρεολυτικών δόσεων). Τα χρεολύσια αναφέρονται στην ετήσια δόση αποπληρωμής του κεφαλαίου (Καλιαμπάκος και Δαμίγος, 2008).

 

3.1.1.6 Φορολογητέο εισόδημα και φόροι

Οι φόροι που πληρώνονται από µία επιχείρηση αποτελούν µία εκροή, η οποία υπάρχει µόνο σε περίπτωση κερδοφορίας (δηλ. όταν η επιχείρηση εμφανίζει ζημιά δεν πληρώνει φόρους). Οι φόροι αντιστοιχούν σε ένα ποσοστό επί του φορολογητέου εισοδήματος της επιχείρησης, το ύψος του οποίου καθορίζεται από την αντίστοιχη νομοθεσία. Επειδή ο τρόπος υπολογισμού των φόρων επιδρά σημαντικά στην αποδοτικότητα της επένδυσης, κατά την αξιολόγηση επενδυτικών σχεδίων θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι σχετικές φορολογικές διατάξεις (Καλιαμπάκος και Δαμίγος, 2008).

 

3.2 Καθαρή Παρούσα Αξία

Η Καθαρή Παρούσα Αξία (Net Present Value), βασίζεται στην τεχνική των προεξοφληµένων ταμειακών ροών. Η μέθοδος αυτή δείχνει τη συμβολή της επένδυσης στην αξία της επιχείρησης.

Η διαδικασία περιλαμβάνει καταρχήν την εύρεση της παρούσας αξίας των ταμειακών εκροών και εισροών µε την προεξόφλησή τους στο κόστος κεφαλαίου της επένδυσης. Στη συνέχεια, οι ταμειακές αυτές ροές προστίθενται αλγεβρικά και το άθροισμα τους αποτελεί την Καθαρή Παρούσα Αξία της επένδυσης.

Εναλλακτικά, η καθαρή παρούσα αξία μίας επένδυσης-επενδυτικού προγράμματος, ισούται με την παρούσα αξία των αναμενόμενων ταμειακών ροών (εκροών και εισροών), προεξοφλημένων με ένα επιτόκιο ανάλογο του κινδύνου της επένδυσης.

Αυτή η μέθοδος λαμβάνει υπόψη τη διαχρονική αξία του χρήματος, προεξοφλεί με το μέσο σταθμικό κόστος κεφαλαίου και εκφράζεται σε χρηματικά ποσά ενώ στηρίζεται στο βαθμό απόδοσης του επενδυτικού σχεδίου και στις απαιτήσεις των μετόχων της επιχείρησης. Μειονέκτημα είναι η υπόθεση ότι το μέσο σταθμικό κόστος μένει σταθερό σε όλη τη διάρκεια της επένδυσης.

 


 

NPV = CF0 + CF1/(1+k)1 + CF2/(1+k)2 +.......+ CFn/(1+k)n

Ο τύπος µε τον οποίο προκύπτει η Καθαρή Παρούσα Αξία ενός επενδυτικού σχεδίου είναι ο ακόλουθος:

 

Στην παραπάνω εξίσωση, CFt είναι η καθαρή αναµενόµενη ταμειακή ροή την περίοδο t, k είναι το κόστος κεφαλαίου του επενδυτικού σχεδίου και n είναι ο χρόνος διάρκειάς του.

 

  • § Εάν η Καθαρή Παρούσα Αξία είναι θετική (μεγαλύτερη από το μηδέν), τότε το επενδυτικό πρόγραµµα πρέπει να γίνει αποδεκτό. Εάν η επιχείρηση αποδεχτεί ένα πρόγραµµα µε θετική καθαρή παρούσα αξία, τότε οι ταμειακές ροές του προγράµµατος αποδίδουν επιπλέον απόδοση από την απαιτούμενη (δηλαδή, η επένδυση παράγει περισσότερα χρήματα από όσα απαιτούνται για να καλυφθεί το κόστος της επένδυσης), η οποία οδηγεί στην αύξηση της χρηματιστηριακής αξίας της εταιρείας και αυτό το χρηματικό πλεόνασμα ανήκει αποκλειστικά στους μετόχους. Επομένως, η υπό εξέταση επένδυση βελτιώνει την οικονομική θέση των μετόχων.

 

  • § Εάν η Καθαρή Παρούσα Αξία είναι ίση με μηδέν, τότε το επενδυτικό πρόγραµµα είναι οριακό. Εάν η επιχείρηση αποδεχτεί ένα πρόγραµµα µε μηδενική καθαρή παρούσα αξία, τότε το μέγεθος της εταιρείας αυξάνεται, αλλά όχι η αξία της. Καθαρή Παρούσα Αξία ίση µε το μηδέν σημαίνει ότι οι εισροές από την επένδυση είναι ακριβώς επαρκής για να καλύψουν το κόστος του επενδεδυµένου κεφαλαίου (κόστος επένδυσης) και να παρέχουν στους μετόχους τον απαιτούμενο βαθμό απόδοσης για το κεφάλαιο αυτό.

 

  • § Εάν η Καθαρή Παρούσα Αξία είναι αρνητική (μικρότερη από το μηδέν), τότε το επενδυτικό πρόγραµµα δεν πρέπει να γίνει αποδεκτό. Εάν η επιχείρηση αποδεχθεί ένα πρόγραµµα µε αρνητική καθαρή παρούσα αξία, τότε τόσο το µέγεθος όσο και η χρηματιστηριακή της αξία μειώνονται.

 

Παράδειγμα

Μία εταιρεία μελετά µία επένδυση που θα αποφέρει ετήσιες ταμειακές ροές (μετά την αφαίρεση των φόρων) 6.000, 4.000, 3.000 και 2.000 Ευρώ, αντίστοιχα για 4 χρόνια. Αν το προεξοφλητικό επιτόκιο του προγράµµατος είναι 10% και το αρχικό ύψος της επένδυσης είναι 9.000 Ευρώ, θα υιοθετούνταν αυτό το πρόγραµµα;

 

Αρχικά, γίνεται υπολογισμός της παρούσας αξίας κάθε ταμειακής ροής για το διάστημα που αναφέρεται.

1ο έτος

6.000 = 5.454€

(1 + 0,10)

 

2ο έτος

4.000 = 3.304€

(1 + 0,10)2

3ο έτος

3.000 = 2.253€

(1 + 0,10)3

 

4ο έτος

2.000 = 1.366€

(1 + 0,10)4

 

Συνολικά, το άθροισμα είναι 5.454 + 3.304 + 2.253 + 1.366 = 12.377 Ευρώ. Αν από αυτό το ποσό αφαιρεθεί η αρχική δαπάνη των 9.000 Ευρώ, η καθαρή παρούσα αξία ανέρχεται στις 3.377 Ευρώ, δηλαδή θετική τιμή (μεγαλύτερη του μηδέν). Επομένως, εφόσον η καθαρή παρούσα αξία είναι θετική, η επένδυση αυτή θα προταθεί στην εταιρεία.

3.3 Εσωτερικός Βαθμός Απόδοσης / Εσωτερική Αποδοτικότητα

O Εσωτερικός Βαθμός Απόδοσης του επενδεδυµένου κεφαλαίου (Internal Rate of Return) ορίζεται ως το προεξοφλητικό επιτόκιο το οποίο εξισώνει την παρούσα αξία των ταμειακών εισροών που θα προκύψουν από την επένδυση µε την παρούσα αξία των εκροών που απαιτούνται για την εφαρμογή της.

Αν ο Εσωτερικός Βαθμός Απόδοσης που προκύπτει από την εξίσωση των προεξοφληµένων ταμειακών εισροών και εκροών είναι μεγαλύτερος από το κόστος κεφαλαίου της επένδυσης, τότε η επένδυση θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Στην αντίθετη περίπτωση, το επενδυτικό σχέδιο απορρίπτεται.

Ο Εσωτερικός Βαθμός Απόδοσης του επενδεδυµένου κεφαλαίου είναι ουσιαστικά η αναµενόµενη απόδοση του επενδεδυµένου κεφαλαίου. Η εσωτερική αποδοτικότητα είναι το επιτόκιο που εξισώνει την παρούσα αξία των ταμειακών ροών με το αρχικό κόστος.

Η μέθοδος αναγνωρίζει τη διαχρονική αξία του χρήματος και προσφέρει ένα μέτρο ασφαλείας για την αξιολόγηση της απόδοσης σχετιζόµενη µε τον κίνδυνο κάθε επενδυτικού προγράµµατος. Όμως, δεν δίνει την απόλυτη συνεισφορά της επένδυσης παρά µόνο τη σχετική, καθώς επίσης οι μελλοντικές ροές θα πρέπει να εκτιμηθούν.

 

Η εξίσωση µε βάση την οποία προκύπτει ο Εσωτερικός Βαθμός Απόδοσης µίας επένδυσης είναι:

 

CF0 + CF1/(1+IRR)1 + CF2/(1+IRR)2 +.......+ CFn/(1+IRR)n = 0

Όπου CFt είναι η καθαρή αναµενόµενη ταμειακή ροή την περίοδο t, IRR ο ζητούμενος Εσωτερικός Βαθμός Απόδοσης του επενδυτικού σχεδίου και n είναι ο χρόνος διάρκειάς του.

 

  • § Επομένως, αν ο Εσωτερικός Βαθμός Απόδοσης είναι μεγαλύτερος από το κόστος κεφαλαίου της επένδυσης, τότε το επενδυτικό πρόγραμμα πρέπει να γίνει αποδεκτό και θα υπάρχει ένα πλεόνασμα το οποίο θα παραμείνει στην κατοχή των μετόχων, αφού ξεπληρωθεί το κόστος που απαιτεί η επένδυση. Συνεπώς η αποδοχή ενός σχεδίου µε Εσωτερικό Βαθμό Απόδοσης μεγαλύτερο από το κόστος κεφαλαίου του, συνεπάγεται την αύξηση του πλούτου των μετόχων.

 

  • § Αν ο Εσωτερικός Βαθμός Απόδοσης είναι ίσος με το κόστος κεφαλαίου της επένδυσης, τότε το επενδυτικό πρόγραμμα είναι οριακό ενώ αν ο Εσωτερικός Βαθμός Απόδοσης είναι μικρότερος από το κόστος κεφαλαίου της επένδυσης, τότε το επενδυτικό πρόγραμμα δεν πρέπει να γίνει αποδεκτό.

 

Παράδειγμα

Μία εταιρεία μελετά µία επένδυση µε προβλεπόμενες ετήσιες ταμειακές ροές για τα 3 επόμενα χρόνια 1.000, 4.000 και 5.000 Ευρώ, αντίστοιχα. Η αρχική επένδυση είναι 7,650 Ευρώ. Αν ο συντελεστής απόρριψης είναι 11%, είναι αποδεκτή η επένδυση;

Η κάθε ταμειακή ροή προεξοφλείται ξεχωριστά. Αρχίζοντας από έναν αυθαίρετο αριθμό –π.χ. προεξοφλητικό επιτόκιο του προγράµµατος 10%- πρέπει να βρεθεί η παρούσα αξία των ταμειακών ροών για καθένα από τα 3 χρόνια. Μετά, προστίθενται αυτές οι παρούσες αξίες.

1ο έτος

1.000 = 909€

(1 + 0,10)

 

2ο έτος

4.000 = 3.304€

(1 + 0,10)2

3ο έτος

5.000 = 3.755€

(1 + 0,10)3

 

Οπότε, η παρούσα αξία όλης της επένδυσης είναι 909 + 3.304 + 3.755 = 7.968 Ευρώ.

Με το υποθετικό επιτόκιο 10%, η παρούσα αξία της επένδυσης είναι μεγαλύτερη από την αρχική επένδυση των 7.650 Ευρώ.

 

H δοκιμή με ένα υψηλότερο προεξοφλητικό επιτόκιο προγράμματος, π.χ. 12%, θα οδηγήσει στα εξής αποτελέσματα:

1ο έτος

1.000 = 893€

(1 + 0,12)

 

2ο έτος

4.000 = 3.188€

(1 + 0,12)2

 

3ο έτος

5.000 = 3.560€

(1 + 0,12)3

 

Οπότε, η παρούσα αξία όλης της επένδυσης είναι 893 + 3.188 + 3.560 = 7.641 Ευρώ.

Με το επιτόκιο 12%, η παρούσα αξία των ταμειακών ροών είναι σχεδόν ίση µε την αρχική επένδυση, οπότε η Εσωτερική Αποδοτικότητα (IRR) της επένδυσης είναι πολύ κοντά στο 12%. Επειδή όµως, ο συντελεστής απόρριψης είναι 11%, η επένδυση μπορεί να γίνει αποδεκτή.

3.4 Μέθοδος Επανάκτησης του Κεφαλαίου / Περίοδος Επανείσπραξης

Η Μέθοδος Επανάκτησης του Κεφαλαίου (Μ.Ε.Κ.) της επένδυσης (Payback Period) ορίζεται ως ο αναμενόμενος αριθµός ετών που απαιτούνται προκειμένου οι ταµειακές ροές που θα προκύψουν από αυτή να εξισωθούν µε το κόστος της, δηλαδή είναι το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο ένα επενδυτικό έργο θα αποδώσει την αρχική του επένδυση.

Η Μέθοδος Επανάκτησης του Κεφαλαίου ήταν η πρώτη επίσηµη μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε για την αξιολόγηση επενδυτικών σχεδίων. Η γενικότερη αρχή που τη διέπει είναι ότι όσο μικρότερη είναι η περίοδος αποπληρωμής της επένδυσης, τόσο το καλύτερο για την επιχείρηση. Η μέθοδος δίνει μία ένδειξη του κινδύνου και της ρευστότητας της επένδυσης, όμως δεν λαμβάνει υπόψη τις καθαρές ταμειακές ροές μετά την περίοδο επανείσπραξης, καθώς επίσης και το μέγεθος και τη διαχρονική αξία του χρήματος (δηλαδή, τον χρόνο πραγματοποίησης των καθαρών ταμειακών ροών).


Ο τύπος σύμφωνα µε τον οποίο προκύπτει η περίοδος αποπληρωµής είναι ο ακόλουθος:

 

Μ.Ε.Κ. = Χρονικό διάστηµα πριν την πλήρη επανάκτηση + (Μη ανακτηθέν κόστος στην αρχή του έτους)/(Ταµειακές ροές κατά τη διάρκεια του έτους)

 

 

 


Εάν η περίοδος επανείσπραξης είναι μικρότερη ή ίση με την απαιτούμενη περίοδο, το επενδυτικό πρόγραμμα γίνεται αποδεκτό. Επίσης, όταν γίνεται σύγκριση δύο ή περισσότερων προγραμμάτων, θα πρέπει να προτιμάται εκείνο που έχει τη μικρότερη περίοδο επανείσπραξης.

Σήµερα αρκετές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν τη μέθοδο αυτή προεξοφλώντας τις ταµειακές εισροές προκειμένου να έχουν µια πιο ρεαλιστική εικόνα (Brigham and Ehrhardt, 2002). Γενικά, σχέδια με περίοδο ανάκτησης κεφαλαίου μεγαλύτερη από 7-8 χρόνια θεωρούνται από τους επενδυτές ριψοκίνδυνα ή χαμηλής απόδοσης (Καλιαμπάκος και Δαμίγος, 2008).

 

Παράδειγμα

Μία εταιρεία σχεδιάζει να επενδύσει σε ένα πρόγραμμα, το αρχικό κόστος του οποίου είναι 3.700.000 Ευρώ. Εκτιμάται ότι το πρόγραμμα θα αποφέρει τακτές ταμειακές εισροές ύψους 1.000.000 Ευρώ τον πρώτο χρόνο, 2.000.000 Ευρώ το δεύτερο, 1.500.000 Ευρώ τον τρίτο και 1.000.000 Ευρώ τον τέταρτο. Αν η επιθυμητή περίοδος επανείσπραξης της εταιρείας είναι 3 χρόνια, είναι αποδεκτό το πρόγραμμα;

 

Έπειτα από 2 χρόνια, η επιχείρηση θα έχει ανακτήσει 3.000.000 Ευρώ από τα 3.700.000 Ευρώ που θα έχει επενδύσει. Οπότε, η εταιρεία θα χρειαστεί, για να ανακτήσει τα υπόλοιπα (3.700.000 – 3.000.000 = 700.000€) με βάση την ταμειακή εισροή του τρίτου χρόνου,

 

700.000 = 0,47

1.500.000

 

0.47 του χρόνου, που είναι περίπου 24 εβδομάδες (0.47 * 52 = 24). Επομένως, συγκρίνοντας την περίοδο επανείσπραξης με την περίοδο-στόχο, το πρόγραμμα πρέπει να γίνει αποδεκτό.

 

3.5 ∆είκτης Αποδοτικότητας

Μια εξίσου διαδεδοµένη µέθοδος για την αξιολόγηση επενδύσεων από τις επιχειρήσεις είναι και αυτή που σχετίζεται µε το ∆είκτη Αποδοτικότητας της επένδυσης (Profitability Index). Ο δείκτης αυτός φανερώνει τη σχετική αποδοτικότητα ενός επενδυτικού προγράµµατος ή µε άλλα λόγια την καθαρή αξία που θα προκύψει ανά χρηµατική µονάδα του επενδεδυµένου κεφαλαίου ή διαφορετικά, συγκρίνει την παρούσα αξία των μελλοντικών ταμειακών ροών με την αρχική επένδυση σε μία σχετικά βάση.

 

 

∆είκτης Αποδοτικότητας = (Παρούσα Αξία των Μελλοντικών Ταµειακών Ροών)/(Αρχικό Κόστος της Επένδυσης)

Η εξίσωση από την οποία προκύπτει ο ∆είκτης Αποδοτικότητας είναι η ακόλουθη:

 

Μια επένδυση γίνεται αποδεκτή από χρηµατοοικονοµικής άποψης, αν ο ∆είκτης Αποδοτικότητάς της είναι µεγαλύτερος από τη µονάδα. Η μέθοδος του Δείκτη Αποδοτικότητας συνδέεται στενά με την προσέγγιση της Καθαρής Παρούσας Αξίας, αφού για παράδειγμα, αν η παρούσα αξία των ταμειακών ροών υπερβαίνει την αρχική επένδυση, η καθαρή παρούσα αξία θα είναι θετική και ο Δείκτης Αποδοτικότητας θα είναι μεγαλύτερος της μονάδας, γεγονός που σημαίνει ότι η επένδυση θα πρέπει να γίνει αποδεκτή.

 

Παράδειγμα

Μία εταιρεία μελετά μία επένδυση με ετήσιες προβλεπόμενες ταμειακές ροές 5.000, 3.000 και 4.000 Ευρώ, αντίστοιχα για 3 χρόνια. Το αρχικό ύψος της επένδυσης είναι 10.000 Ευρώ. Χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του Δείκτη Αποδοτικότητας, και με προεξοφλητικό επιτόκιο 12%, πρέπει να γίνει αποδεκτή η επένδυση;.

 

Αρχικά, πρέπει να βρεθεί η παρούσα αξία κάθε ταμειακής ροής.

1ο έτος

5.000 = 4.465€

(1 + 0,12)

2ο έτος

3.000 = 2.391€

(1 + 0,12)2

 

3ο έτος

4.000 = 2.848€

(1 + 0,12)3

 

Επομένως, η παρούσα αξία της επένδυσης είναι 4.465 + 2.391 + 2.848 = 9.704 Ευρώ.

Αν διαιρέσουμε την παρούσα αξία της επένδυσης με το ύψος της αρχικής επένδυσης (10.000€), θα βρούμε ότι ο Δείκτης Αποδοτικότητας είναι 0,9704 < 1. Οπότε, η επένδυση απορρίπτεται.

 

3.6 Μέση Αποδοτικότητα

Η βασική ιδέα είναι να συγκριθούν τα καθαρά έσοδα έναντι του αρχικού κόστους του προγράµµατος, δηλαδή να προστεθούν όλα τα μελλοντικά καθαρά έσοδα και να διαιρεθεί το άθροισμα µε το μέσο ύψος της επένδυσης.

 

Μέση αποδοτικότητα (ARR) = Μέσα ετήσια μελλοντικά κέρδη

Μέσο ύψος αρχικής επένδυσης

Το επενδυτικό πρόγραµµα θεωρείται συμφέρον, αν η μέση απόδοση είναι τουλάχιστον ίση µε ή μεγαλύτερη από την ελάχιστη αποδεκτή απόδοση.

 

Η μέθοδος αυτή είναι απλή στον υπολογισμό της, αλλά αγνοεί τη διαχρονική αξία του χρήματος καθώς επίσης χρησιμοποιεί τα καθαρά κέρδη και όχι τις ταμειακές ροές (κέρδη+αποσβέσεις).

 

Παράδειγµα

Ας υποτεθεί ότι τα επόμενα 4 χρόνια τα καθαρά έσοδα υπολογίζεται ότι θα είναι 10.000 Ευρώ, 15.000 Ευρώ, 20.000 Ευρώ και 30.000 Ευρώ, αντίστοιχα. Αν το αρχικό ύψος της επένδυσης είναι 100.000 Ευρώ, να βρεθεί η μέση αποδοτικότητα.

 

Μέσα ετήσια καθαρά έσοδα = 10.000+15.000+20.000+30.000 = 18.750€

4 έτη

 

Μέσο υψος επένδυσης = 100.000 = 50.000€

2 έτη

 

Οπότε, υποθέτοντας ότι η επένδυση αποσβένεται σταθερά,

Μέση αποδοτικότητα (ARR) = Μέσα ετήσια μελλοντικά κέρδη = 18.750 = 37,5%

Ήµισυ αρχικής επένδυσης        50.000

 

3.7 Ανάλυση Κόστους - Οφέλους

Τέλος, ευρέως χρησιµοποιούµενη µέθοδος κατά τη διαδικασία αξιολόγησης επενδύσεων θεωρείται και η ανάλυση κόστους – φέλους (cost – benefit analysis). Σύµφωνα µε αυτή, το κόστος και τα οφέλη που προκύπτουν από ένα συγκεκριµένο επενδυτικό πρόγραµµα ποσοτικοποιούνται και εκφράζονται σε χρηµατικές µονάδες. Το αλγεβρικό άθροισµα των στοιχείων αυτών, αποτελεί το καθαρό κέρδος της επένδυσης και αποτελεί το βασικό κριτήριο για την αποδοχή ή απόρριψη του επενδυτικού σχεδίου. Η ανάλυση κόστους – οφέλους στοχεύει στην µεγιστοποίηση της συνολικής ευδοκίµησης της επένδυσης και αποτελεί, τουλάχιστον στη θεωρία, τη μόνη μεθοδολογία που παρέχει πληροφορίες για το απόλυτο κέρδος των διαφόρων επενδυτικών προγραµµάτων (Dolan and Edlin, 2002).

 

3.8 Ειδικά θέματα στην αξιολόγηση των επενδύσεων

3.8.1 Η επίδραση του πληθωρισμού

Οι τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών που προμηθεύεται µία επιχείρηση και των προϊόντων που διαθέτει στην αγορά, μπορεί να μην μεταβάλλονται µε τους ίδιους ρυθμούς. Επομένως, θα υπάρχει διαφορά μεταξύ των μεγεθών (έσοδα και έξοδα) που συνθέτουν την ταμειακή ροή. Όταν οι διαφορές αυτές είναι σημαντικές και ο πληθωρισμός κυμαίνεται σε επίπεδα υψηλότερα από 4–5% δεν θα πρέπει να αγνοείται η επίδρασή τους, καθώς εισάγεται αριθμητικό σφάλμα στα αποτελέσματα της αξιολόγησης (Καλιαμπάκος και Δαμίγος, 2008).

 

Παράδειγμα

Έστω ένα επενδυτικό σχέδιο µε τον ακόλουθο πίνακα ταμειακών ροών, εκφρασμένων σε σταθερές τιμές. Αν ο σχετικός δείκτης πληθωρισμού της τιμής πώλησης του παραγόμενου προϊόντος είναι 9% ετησίως, των εργατικών 11% και των αναλώσιμων και λοιπών υλικών 12%, με συντελεστή φορολόγησης 50%, να συνταχθεί ο ίδιος πίνακας σε τρέχουσες τιμές.

Α. Πίνακας ταμειακών ροών σε σταθερές τιμές

Τα μεγέθη του πίνακα ταμειακών ροών εκφράζονται σε σταθερούς όρους για όλη τη διάρκεια αξιολόγησης του επενδυτικού σχεδίου (μηδενικός πληθωρισμός).

 

Έτος

0

1

2

3

4

5

(1) Επενδύσεις

-50.000

0

0

0

0

0

(2) Παραγωγή (σε τόνους)

 

300

300

300

300

300

(3) Τιμή πώλησης

 

150

150

150

150

150

(4) Έσοδα = (2) * (3)

 

45.000

45.000

45.000

45.000

45.000

(5) Εργατικά (ευρώ / τόνο)

 

45

45

45

45

45

(6) Άλλες δαπάνες (ευρώ / τόνο)

 

12

12

12

12

12

(7) Κόστος παραγωγής = (5) + (6)

 

17.100

17.100

17.100

17.100

17.100

(8) Ακαθάριστα κέρδη = (4) - (7)

 

27.900

27.900

27.900

27.900

27.900

(9) Αποσβέσεις

 

10.000

10.000

10.000

10.000

10.000

(10) Φορολογητέο εισόδημα = (8) – (9)

 

17.900

17.900

17.900

17.900

17.900

(11) Φόροι = (10) * συντελεστή φορολόγησης

 

8.950

8.950

8.950

8.950

8.950

(12) Καθαρά κέρδη = (10) – (11)

 

8.950

8.950

8.950

8.950

8.950

(13) Καθαρή Ταμειακή Ροή = (12) + (9) – (1)

-50.000

18.950

18.950

18.950

18.950

18.950

ΠΗΓΗ: Καλιαμπάκος και Δαμίγος, 2008


Β. Πίνακας ταμειακών ροών σε τρέχουσες τιμές

Τα οικονομικά μεγέθη εκφράζονται σε αξίες του έτους στο οποίο πραγματοποιούνται, χρησιμοποιώντας για τα επιμέρους μεγέθη (π.χ. τιμή πώλησης, κόστος μισθοδοσίας) τους σχετικούς δείκτες πληθωρισμού.

 

Έτος

0

1

2

3

4

5

(1) Επενδύσεις

-50.000

0

0

0

0

0

(2) Παραγωγή (σε τόνους)

 

300

300

300

300

300

(3) Τιμή πώλησης

 

150,0

163,5

178,2

194,3

211,7

(4) Έσοδα = (2) * (3)

 

45.000

45.900

16.818

47.754

48.709

(5) Εργατικά (ευρώ / τόνο)

 

45,0

50,0

55,4

61,5

68,3

(6) Άλλες δαπάνες (ευρώ / τόνο)

 

12,0

13,4

15,1

16,9

18,9

(7) Κόστος παραγωγής = (5) + (6)

 

17.100

19.017

21.149

23.521

26.159

(8) Ακαθάριστα κέρδη = (4) - (7)

 

27.900

26.883

25.669

24.233

22.550

(9) Αποσβέσεις

 

10.000

10.000

10.000

10.000

10.000

(10) Φορολογητέο εισόδημα = (8) – (9)

 

17.900

16.883

15.669

14.233

12.550

(11) Φόροι = (10) * συντελεστή φορολόγησης

 

8.950

8.442

7.834

7.117

6.275

(12) Καθαρά κέρδη = (10) – (11)

 

8.950

8.441

7.835

7.116

6.275

(13) Καθαρή Ταμειακή Ροή = (12) + (9) – (1)

-50.000

18.950

18.441

17.835

17.116

16.275

ΠΗΓΗ: Καλιαμπάκος και Δαμίγος, 2008

 

3.8.2 Η επιλογή του επιτοκίου προεξόφλησης

Ο προσδιορισμός του επιτοκίου προεξόφλησης, δηλ. της ελάχιστης αποδεκτής απόδοσης, εξαρτάται, εκτός από τον πληθωρισμό, από το κόστος ευκαιρίας του κεφαλαίου και από τον επιχειρηματικό κίνδυνο που ενέχει η επένδυση. Έτσι, το απαιτούμενο επιτόκιο προεξόφλησης αντανακλά το κόστος μίας ασφαλούς επένδυσης προσαυξημένο κατά έναν αποδεκτό συντελεστή ασφάλειας. Συχνά το απαιτούμενο επιτόκιο προεξόφλησης στηρίζεται σε υποκειμενική κρίση, με βάση την εμπειρία του επενδυτή (Καλιαμπάκος και Δαμίγος, 2008).

3.9 Μέθοδοι Αξιολόγησης µη Ποσοτικών Παραγόντων

Εντούτοις, όλες οι προαναφερθείσες µέθοδοι λαµβάνουν υπόψη τους τα οικονοµικά µόνο στοιχεία της επένδυσης, παρόλο που πολλές φορές τα µη οικονοµικά αποτελέσµατά της είναι πιο σηµαντικά. Είναι εποµένως απαραίτητο, κατά τη διαδικασία αξιολόγησης των επενδύσεων, τα στελέχη να µελετούν παράγοντες που δεν είναι άµεσα µετρήσιµοι και δεν ποσοτικοποιούνται εύκολα.

Οι παράγοντες αυτοί σχετίζονται συνήθως µε το ηθικό των υπαλλήλων, καθώς οι στρατηγικές επενδύσεις έχουν επιπτώσεις στο είδος της εργασίας τους, µε το περιβάλλον και την κοινότητα στην οποία δραστηριοποιούνται οι επιχειρήσεις, µε ηθικά και νοµικά ζητήµατα καθώς πολλές στρατηγικές επενδύσεις µπορεί να έρχονται σε αντίθεση µε το κώδικα δεοντολογίας της επιχείρησης και τέλος µε τη γνώση που θα προστεθεί στον οργανισµό από την εφαρµογή της επένδυσης.

Οι µη οικονοµικοί παράγοντες εξετάζονται κυρίως µέσα από τη διαδικασία ελέγχου νοµιµότητας (due dilligence), κατά την οποία τα στελέχη των επιχειρήσεων προσπαθούν να προβλέψουν εγκαίρως πιθανά προβλήµατα και επιπλοκές που θα επιφέρει η εφαρµογή της υπό εξέταση επένδυσης, σε συνδυασμό µε τους παραπάνω παράγοντες, ώστε να αποφευχθούν οι δυσάρεστες εκπλήξεις µετά την έγκριση του σχεδίου (Hilton et al., 2000).

 

4. Μέθοδοι Αξιολόγησης του Κινδύνου της Επένδυσης

Κατά τη διαδικασία αξιολόγησης της επένδυσης, σημαντική παράμετρος για την αποδοχή ή απόρριψη της υπό εξέτασης επένδυσης, αποτελεί και το επίπεδο κινδύνου που αυτή εµπεριέχει. Παρόλο που τα στελέχη των επιχειρήσεων είναι φυσικό να έχουν µελετήσει τη µελλοντική κατάσταση, τόσο της επιχείρησής τους όσο και της αγοράς, οι αποφάσεις για επενδύσεις στρατηγικής φύσεως συνήθως λαµβάνονται κάτω από συνθήκες αβεβαιότητας, γεγονός που συνεπάγεται οι ταµειακές ροές που χρησιµοποιούνται για την αξιολόγηση των επενδύσεων στις προαναφερθείσες μεθόδους, να περιλαμβάνουν το στοιχείο του κινδύνου.

Ο πιο συνηθισµένος τρόπος για την αντιµετώπιση του ενδεχόµενου κινδύνου, είναι η επιβολή πιο αυστηρών οικονοµικών κριτηρίων για την αποδοχή της επένδυσης, δηλαδή µεγαλύτερο κόστος κεφαλαίου. Το γεγονός αυτό δεν σηµαίνει ότι γίνεται πιο δύσκολη η διαδικασία αποδοχής µιας επένδυσης µε µεγάλο βαθµό κινδύνου. Είναι ωστόσο µια ένδειξη ότι µόνο όταν τα στελέχη έχουν πλήρως αντιληφθεί τα χαρακτηριστικά του κινδύνου που εµπεριέχει µια επένδυση, ιδιαίτερα στον τοµέα των νέων τεχνολογιών, θα είναι σε θέση να εκτιµήσουν πλήρως τις επιπτώσεις της απόφασής τους (Lefley, 1997).

Υπάρχουν πολλές τεχνικές που χρησιµοποιούνται για τον προσδιορισµό και την αξιολόγηση του επιπέδου κινδύνου που εµπεριέχει µια επένδυση. Οι πιο διαδεδοµένες ωστόσο είναι:

i Η περίοδος επανάκτησης του κεφαλαίου (payback period), καθώς όσο µεγαλύτερη είναι αυτή, τόσο πιο αβέβαιες είναι οι µελλοντικές αποδόσεις της επένδυσης και πιο δύσκολος ο υπολογισµός τους. Η αβεβαιότητα αυτή δηµιουργεί από µόνη της ένα είδος κινδύνου, καθώς τα προσδοκώµενα αποτελέσµατα µπορεί τελικά να µην πραγµατοποιηθούν. Ο κίνδυνος αυτός µπορεί σε ορισµένο βαθµό να προσδιοριστεί µέσω της περιόδου αποπληρωµής της επένδυσης, καθώς µικρότερη περίοδος αποπληρωµής υποδεικνύει µικρότερο επίπεδο κινδύνου, ενώ µεγαλύτερη περίοδο αποπληρωµής παραπέµπει σε µεγαλύτερο κίνδυνο.

i Η ανάλυση ευαισθησίας (sensitivity analysis), η οποία αποτελεί ένα εργαλείο για τον προσδιορισµό του κατά πόσο ευαίσθητες είναι οι προσδοκώµενες ταµειακές ροές σε αλλαγές των παραµέτρων από τις οποίες εξαρτώνται. Η τεχνική αυτή βοηθά στον εντοπισµό εκείνων των επενδυτικών σχεδίων για τα οποία µικρές αποκλίσεις των παραµέτρων οδηγούν σε µεγάλες διακυµάνσεις στον βαθµό απόδοσης του επενδεδυµένου κεφαλαίου. Παρόλο όµως που η ανάλυση ευαισθησίας αποτελεί δηµοφιλή µέθοδο ανάµεσα στις επιχειρήσεις για την αξιολόγηση του ενδεχόµενου κινδύνου, έχει το σηµαντικό µειονέκτηµα ότι εντοπίζει τις επιπτώσεις που επιφέρει η αλλαγή µιας µόνο παραµέτρου του σχεδίου, ενώ οι υπόλοιπες παραµένουν σταθερές, γεγονός που είναι δύσκολο να πραγµατοποιηθεί σε πραγµατικές συνθήκες.

i Η τεχνική ανάλυσης σεναρίων (scenario analysis), η οποία αντιµετωπίζει σε µεγάλο βαθµό τους περιορισµούς της µεθόδου ανάλυσης ευαισθησίας, καθώς λαµβάνει υπόψη τις πιθανότητες αλλαγής των βασικών µεταβλητών και επιτρέπει την ταυτόχρονη αλλαγή σε περισσότερες από µία µεταβλητές. Σύµφωνα µε την τεχνική αυτή, οι αναλυτές των επιχειρήσεων ξεκινούν µε ένα σενάριο βάσης (base scenario) που αντιπροσωπεύει τα πιθανότερα αποτελέσµατα του επενδυτικού σχεδίου. Κατόπιν προσδιορίζουν µε τη βοήθεια των υπόλοιπων τµηµάτων της επιχείρησης ένα χείριστο σενάριο (worst-case scenario) και ένα βέλτιστο σενάριο (best-case scenario), όσον αφορά σε πωλήσεις, κόστος, τιµές κλπ. Στις περισσότερες περιπτώσεις το χείριστο και το βέλτιστο σενάριο εκτιµάται ότι έχουν 25% πιθανότητα να πραγµατοποιηθούν και το σενάριο βάσης 50%. Με βάση τις πιθανότητες αυτές υπολογίζεται η αναµενόµενη Καθαρή Παρούσα Αξία της επένδυσης και η τυπική απόκλισή της, η οποία αποτελεί µέτρο σύγκρισης του σχεδίου µε άλλα επενδυτικά προγράµµατα. Παρόλο όµως που η τεχνική αναλύσεως σεναρίων παρέχει χρήσιµες πληροφορίες, όσον αφορά στον κίνδυνο της επένδυσης, παρουσιάζει και αυτή ορισµένους περιορισµούς, καθώς επιτρέπει τον υπολογισµό µερικών µόνο πιθανών αποτελεσµάτων.

i Τεχνικές προσομοίωσης µε τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών (computer simulation techniques), οι οποίες αντιµετωπίζουν σε µεγάλο βαθµό το πρόβληµα που εµφανίζεται στην ανάλυση ευαισθησίας και την ανάλυση σεναρίων, καθώς επιτρέπουν τον υπολογισµό του αποτελέσµατος της αλλαγής πολλαπλών παραµέτρων συγχρόνως. Η πιο δηµοφιλής τεχνική προσοµοίωσης είναι η Monte – Carlo, κατά την οποία ο ηλεκτρονικός υπολογιστής επιλέγει τυχαία τιµές για όλες τις εµπλεκόµενες µεταβλητές, για τις οποίες έχει βρεθεί η κατανοµή πιθανότητάς τους. Με το συνδυασµό των τιµών αυτών, υπολογίζεται η Καθαρή Παρούσα Αξία της επένδυσης. Η διαδικασία αυτή επαναλαµβάνεται αρκετές φορές και στο τέλος καθορίζεται η µέση τιµή και η τυπική απόκλιση της κατανοµής της Καθαρής Παρούσας Αξίας. Η µέση τιµή χρησιµοποιείται ως µέτρο για την αναµενόµενη Καθαρή Παρούσα Αξία της επένδυσης και η τυπική απόκλιση ως µέτρο του κινδύνου (Brigham and Ehrhardt, 2002).

 

Όταν ολοκληρωθεί η ανάλυση των οικονοµικών και µη οικονοµικών αποτελεσµάτων του υπό εξέταση επενδυτικού σχεδίου, έρχεται η στιγµή για την λήψη της απόφασης σχετικά µε την αποδοχή ή απόρριψή του. Το ποιος θα πάρει την τελική απόφαση εξαρτάται από τη φύση του σχεδίου και το µέγεθος της απαιτούµενης επένδυσης. Συνήθως οι αποφάσεις για βελτιώσεις ή αντικαταστάσεις πάγιων στοιχείων λαµβάνονται από κατώτερα ή µεσαία στην ιεραρχία στελέχη, ενώ οι επενδύσεις που αφορούν στρατηγικά θέµατα είναι αποκλειστικά αρµοδιότητα της ανώτατης διοίκησης της επιχείρησης.

Όποιος όμως και αν έχει την ευθύνη για την τελική απόφαση, θα πρέπει να εστιάσει την προσοχή του ώστε η απόφαση για την αποδοχή ή απόρριψη του επενδυτικού σχεδίου να είναι αμερόληπτη, έχοντας ως γνώµονα το συµφέρον της επιχείρησης ως σύνολο. Έχει παρατηρηθεί πολλές φορές τα άτοµα που προτείνουν τις επενδύσεις, θέλοντας να πετύχουν την αποδοχή του σχεδίου τους, να παραβλέπουν τους ενδεχόµενους κινδύνους ή τα µειονεκτήµατα των προτάσεών τους και να παρουσιάζουν τα θετικά στοιχεία µε υπερβολές και χωρίς αντικειµενική αίσθηση.

Αφού ληφθεί η απόφαση και το επενδυτικό σχέδιο εγκριθεί, θα πρέπει να ξεκινήσει η εφαρµογή του µε τη διαδικασία του ελέγχου και της επανατροφοδότησης παρούσα σε όλα τα στάδια, ώστε η επένδυση να πραγµατοποιηθεί µέσα στο προβλεπόµενο χρονικό διάστηµα και χωρίς να υπάρχουν σηµαντικές αποκλίσεις από τον προϋπολογισµό της. Για επενδύσεις που αφορούν βελτιώσεις ή αντικαταστάσεις παγίων στοιχείων η εφαρµογή και ο έλεγχος είναι σχετικά εύκολη διαδικασία, καθώς υπάρχει η γνώση από προηγούµενες παρόµοιες ενέργειες. Η διοίκηση της επιχείρησης όµως αντιµετωπίζει σοβαρές δυσκολίες όταν πρόκειται για επενδύσεις που αφορούν σε επεκτάσεις ή στρατηγικές κινήσεις. Στις περιπτώσεις αυτές, τα στελέχη συνήθως δεν έχουν καθοδήγηση από προηγούµενη εµπειρία ώστε να µπορούν να καταστρώσουν χρονοδιαγράµµατα και προϋπολογισµούς µε σχετική ευκολία (Lefley, 1997). Εποµένως, χρειάζεται συχνότερος έλεγχος και µεγαλύτερη παρακολούθηση κατά την εφαρµογή της επένδυσης, ώστε να µπορέσουν να εντοπιστούν εγκαίρως οι παραλείψεις και τα λάθη.

Σε κάθε περίπτωση ο βαθµός σηµαντικότητας των αποφάσεων για στρατηγικές επενδύσεις δεν µπορεί να υποεκτιµηθεί. Η σωστή απόφαση θα ενδυναµώσει τα ανταγωνιστικό πλεονέκτηµα της επιχείρησης, ενώ µια λανθασµένη στρατηγική κίνηση µπορεί να το καταστρέψει. Για το λόγο αυτό, η συγκέντρωση των απαιτούµενων πληροφοριών είναι το πιο κρίσιµο στάδιο στη διαδικασία λήψης στρατηγικών αποφάσεων. Τα στελέχη των επιχειρήσεων θα πρέπει να εστιάζουν στο στάδιο αυτό έστω και αν κάτι τέτοιο συνεπάγεται µεγαλύτερο χρόνο και κόστος. Επιπλέον, δεδοµένου ότι η απόφαση για µια στρατηγική επένδυση θα επηρεάσει τη µελλοντική κατάσταση της επιχείρησης, η διοίκηση θα πρέπει να δίνει έµφαση όχι στα βραχυπρόθεσµα οικονοµικά αποτελέσµατα, αλλά στη βέλτιστη τοποθέτηση της επιχείρησης στο µακροχρόνιο ορίζοντα (Adler, 2000).

 

5. Παράδειγμα: Αξιολόγηση επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες

5.1 Επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες

Η αξιολόγηση των επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες στηρίζεται στην ικανοποιητική δικαιολόγηση των συνεπαγόμενων εξόδων και οικονομικών οφελών. Παρόλα αυτά, το έργο αυτό είναι ιδιαίτερα δύσκολο εξαιτίας των ιδιαιτεροτήτων που παρουσιάζουν τα επενδυτικά σχέδια σε νέες τεχνολογίες.

Η ιδιαιτερότητα των επενδυτικών προγραμμάτων που αφορούν νέες τεχνολογίες, έγκειται στο γεγονός ότι τα κόστη και τα οφέλη που σχετίζονται µε αυτές, µπορούν να διαχωριστούν σε δύο κατηγορίες. Από τη µια, είναι τα οικονοµικά στοιχεία που είναι άµεσα µετρήσιµα και από την άλλη αυτά που είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθούν και να μετρηθεί η επίδρασή τους.

Τα απτά κόστη και οφέλη αφορούν τα µέρη της επενδυτικής απόφασης, τα οποία τα στελέχη µπορούν να εντοπίσουν µε σχετική ευκολία και να τους αποδώσουν τιµές σε χρηματικούς όρους. Τα απτά αυτά στοιχεία έχουν ένα ιστορικό κόστος σε λογιστικούς όρους και έχουν κάποια φυσική µορφή, π.χ. ο απαιτούμενος εξοπλισµός για την εφαρμογή της επένδυσης.

Σε αντίθεση, τα άυλα στοιχεία δίνουν έµφαση στο κόστος της επένδυσης, το οποίο συνήθως δεν έχει κάποια φυσική µορφή και συνήθως υπολογίζεται σε μέλλουσες αναμενόμενες αξίες αντί για ιστορικά κόστη. Αυτή η µη απτότητα των οικονομικών στοιχείων, που εµπλέκονται σε επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες, δημιουργεί προβλήματα στις επιχειρήσεις, αρχικά για τη δικαιολόγηση τους και στη συνέχεια για τον εντοπισµό τους και την ποσοτικοποίησή τους (Hinton and Kaye, 1996).

Παράλληλα µε τα απτά και µη απτά οικονοµικά στοιχεία, υπάρχουν και τα άµεσα ή έµµεσα στοιχεία κόστους, τα οποία αποτελούν ακόµα µία διαφορά των επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες από τις κοινές επενδύσεις. Το άµεσα στοιχεία κόστους σχετίζονται µε τους παράγοντες εκείνους, οι οποίοι είναι εύκολο να αποδοθούν στην εφαρµογή και τη λειτουργία µίας επένδυσης. Παρόλο που αυτά τα κόστη έχει αποδειχθεί ότι συχνά υπερβαίνουν τις αρχικές εκτιµήσεις, στη µελέτη αυτών στηρίζονται τα στελέχη της επιχείρησης, προκειμένου να καταστρώσουν τον προϋπολογισµό και να δικαιολογήσουν την επένδυση. Τα άµεσα κόστη αφορούν στην αγορά του απαιτούμενου εξοπλισμού, στην διαμόρφωση των εγκαταστάσεων, στο κόστος ασφάλειας του συστήματος κ.α.

 


Παραδείγματα άμεσου κόστους κατά την εφαρμογή ενός πληροφοριακού συστήματος

Άμεσο κόστος

Παραδείγματα

Λειτουργικό κόστος περιβάλλοντος εργασίας

Ηλεκτρονικός εξοπλισμός, εξαερισμός, ηλεκτρικές γεννήτριες

Αρχικό κόστος hardware

File server, visual display unit, network printer

Αρχικό κόστος software

Πακέτα προγραμμάτων, software δικτύου

Κόστος εγκατάστασης και διαμόρφωσης

Εξωτερικοί σύμβουλοι, μηχανικοί εγκατάστασης, καλωδίωση και σύνδεση

Κόστος διοίκησης του προγράμματος

Ανθρώπινο δυναμικό, σχεδιασμός του προγράμματος, χρόνος

Γενικά έξοδα προγράμματος

Ηλεκτρικό ρεύμα, ασφάλιστρα, τηλεπικοινωνίες

Κόστος εκπαίδευσης

Αρχική εκπαίδευση του προσωπικού, αναβάθμιση της εκπαίδευσης

Κόστος συντήρησης

Συμβόλαια για ετήσιο service

Κόστος ασφαλείας

Προστασία από ιούς και κακή χρήση

Αναλώσιμα

Γραφική ύλη, δισκέτες, μελάνια εκτυπωτών

Εντούτοις είναι συνήθως τα έμμεσα κόστη μιας επένδυσης σε νέες τεχνολογίες τα οποία είναι τα πιο σημαντικά και θα πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά από τα στελέχη. Αυτά διαχωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, σε αυτά που αφορούν ανθρώπινους παράγοντες και σε αυτά που αφορούν οργανωσιακούς.

Ο σημαντικότερος από τους ανθρώπινους παράγοντες έμμεσου κόστους είναι ο χρόνος που αφιερώνουν τα στελέχη των επιχειρήσεων στην όλη διαδικασία για τη λήψη της επενδυτικής απόφασης, από την γέννηση της αρχικής ιδέας μέχρι την υλοποίησή της και τον έλεγχο της εφαρμογής. Επιπλέον, το προσωπικό της επιχείρησης θα πρέπει να εξοικειωθεί με τη νέα επένδυση και να εκπαιδευθεί κατάλληλα, προκειμένου να μπορέσει να αναπτύξει τις απαραίτητες ικανότητες για τη σωστή εφαρμογή της.

Από την άλλη πλευρά τα οργανωσιακά ζητήματα που σχετίζονται με τα έμμεσα κόστη των επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες, αφορούν στις περισσότερες περιπτώσεις τη μεταφορά από τις παλαιότερες πρακτικές σε αυτές που θα προκύψουν μετά την εφαρμογή της νέας επένδυσης. Το γεγονός αυτό συνδέεται με την προσαρμογή των υπαλλήλων στις νέες διαδικασίες και στις οδηγίες που προέρχονται από την ανώτατη διοίκηση σχετικά με το νέο επενδυτικό πρόγραμμα (Irani et al., 1997).

Ταυτόχρονα, ενώ το κόστος για την απόκτηση και την εφαρμογή μιας επένδυσης σχετικής με νέες τεχνολογίες είναι τις περισσότερες φορές εξαιρετικά υψηλό, τα οφέλη που θα προκύψουν από αυτή πραγματοποιούνται συνήθως σε μεγάλο εύρος χρόνου, σε αντίθεση με άλλες επενδύσεις. Το γεγονός αυτό συχνά είναι αποθαρρυντικό για τα στελέχη εκείνα ιδιαίτερα που η αξιολόγησή τους εξαρτάται από την απόδοση του τμήματός στο οποίο ανήκουν. Έτσι ενώ τα αποτελέσματα μιας επένδυσης σε νέες τεχνολογίες μπορεί να είναι κρίσιμα για την μελλοντική ανταγωνιστική θέση της επιχείρησης, το γεγονός ότι σε βραχυπρόθεσμο διάστημα η απόδοση του τμήματός τους θα είναι μικρότερη εξαιτίας του μεγάλου κόστους που θα συνεπάγεται η νέα επένδυση, συχνά ωθεί τα στελέχη στην απόρριψη των σχεδίων τους.

Εξίσου σημαντικός παράγοντας που τονίζει την ιδιαιτερότητα των επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες σε σχέση με άλλες επενδύσεις είναι ο βαθμός εξάρτησης της επιχείρησης από τη συγκεκριμένη επένδυση, είτε αυτή πρόκειται για κάποιο νέο πληροφοριακό σύστημα, είτε για μηχανήματα αυτοματισμού της παραγωγής, είτε για ηλεκτρονικό εμπόριο. Όταν ένας οργανισμός στον οποίο κυριαρχεί το ανθρώπινο στοιχείο μετακινείται σε ένα σύστημα όπου κυριαρχεί η τεχνολογία, χάνει ορισμένα χαρακτηριστικά. Η ευελιξία και η οργανωσιακή συμπεριφορά που σχετίζονται με το ανθρώπινο σύστημα ανταλλάσσονται για τα οφέλη ενός μηχανικού συστήματος, τα οποία περιλαμβάνουν συνήθως το μειωμένο κόστος και τη βελτιωμένη αποδοτικότητα που συνεπάγεται η αυτοματοποίηση. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι ενώ ένα ανθρώπινο σύστημα είναι δυναμικό και διαφοροποιημένο, ένα τεχνολογικό σύστημα είναι πιο στατικό. Έτσι ενώ τα οφέλη της αυτοματοποίησης είναι αρχικά ελκυστικά για τις επιχειρήσεις, το κόστος που σχετίζεται με την ανικανότητά της να προσαρμόσει τα συστήματα στις συνεχείς αλλαγές του επιχειρησιακού περιβάλλοντος συχνά δεν λαμβάνονται υπόψη (Hinton and Kaye, 1996).

 

5.2 Στάδια κύκλου ζωής των εφαρμογών νέων τεχνολογιών

Δεδομένου ότι οι επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες παρουσιάζουν πολλά στοιχεία που τις διαφοροποιούν από τις κοινές επενδύσεις στις οποίες εμπλέκονται οι επιχειρήσεις, τα στελέχη της ανώτατης διοίκησης θα πρέπει να εξετάζουν με προσοχή όλα τα στάδια του κύκλου ζωής της επένδυσης, προτού αποφασίσουν για την αποδοχή ή απόρριψή της.

Το πρωταρχικό στάδιο είναι η γέννηση της ιδέας για την επένδυση. Τα στελέχη έχοντας υπόψη της ανάγκες της επιχείρησης, αλλά και τις ανάγκες της αγοράς στην οποία δραστηριοποιούνται προσπαθούν να βρουν αποδοτικούς τρόπους για να τις ικανοποιήσουν. Υπάρχουν αρκετές μέθοδοι που χρησιμοποιούνται σήμερα από τους οργανισμούς, προκειμένου να προσανατολιστούν προς τη σωστή κατεύθυνση, οι πιο γνωστές από τις οποίες είναι το brainstorming, η μέθοδος των Δελφών και οι έρευνες αγοράς. Συνήθως οι μέθοδοι αυτοί χρησιμοποιούνται σε περιπτώσεις επενδύσεων που αφορούν σε επέκταση του οργανισμού είτε σε νέες δραστηριότητες είτε σε νέες αγορές. Συνήθως οι ιδέες για επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες προέρχονται είτε από τμήμα πληροφοριακών συστημάτων της επιχείρησης σε συνεργασία με την ανώτατη διοίκηση, είτε από εξωτερικούς συμβούλους οι οποίοι έχουν μεγαλύτερη εμπειρία και τεχνογνωσία, είτε παρακολουθώντας τις κινήσεις του ανταγωνισμού.

Από τη στιγμή που θα υπάρξουν ιδέες για την ενδεχόμενη επένδυση, θα πρέπει να γίνει η αξιολόγησή τους, προκειμένου να αποφασιστεί αν θα απορριφθούν ή θα γίνουν αποδεκτές και στην περίπτωση που περισσότερες από μια επενδύσεις γίνουν αποδεκτές ποια είναι η πιο συμφέρουσα. Στο στάδιο αυτό είναι απαραίτητη η προσεκτική μελέτη τόσο του κόστους που συνεπάγεται η επένδυση, όχι μόνο για την πραγματοποίησή της αλλά και για την υποστήριξή της στα στάδια που θα ακολουθήσουν την εφαρμογή της, όσο και των ωφελειών που θα προκύψουν από αυτή. Η αξιολόγηση μιας επένδυσης σε νέες τεχνολογίες, θα πρέπει να γίνεται με τη συνεργασία πολλών τμημάτων της επιχείρησης, καθώς τα αποτελέσματα που προκύπτουν από αυτή θα ευνοήσουν το σύνολο του οργανισμού. Οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται είναι παρόμοιες με αυτές που χρησιμοποιούνται και στις υπόλοιπες επενδύσεις, όπως η Καθαρή Παρούσα Αξία, ο Εσωτερικός Βαθμός Απόδοσης της επένδυσης και η Περίοδος Επανάκτησης του κεφαλαίου.

Η φάση της εφαρμογής της επένδυσης περιλαμβάνει την αγορά του απαιτούμενου εξοπλισμού, την εγκατάστασή του, τη λειτουργία του και την παρακολούθησή των αποτελεσμάτων. Το στάδιο αυτό θα πρέπει να είναι προσεκτικά σχεδιασμένο, προκειμένου να μην υπάρχουν απρόβλεπτες καταστάσεις που θα επηρεάσουν είτε τον προϋπολογισμό, είτε το χρονοδιάγραμμα της επένδυσης. Προκειμένου να είναι επιτυχημένη η εφαρμογή του επενδυτικού προγράμματος σε νέες τεχνολογίες, θα πρέπει να έχει προηγηθεί κατάλληλη προετοιμασία που θα εγγυηθεί την ομαλή μετάβαση από τις διαδικασίες που χρησιμοποιούσε η επιχείρηση, πριν από τη νέα επένδυση, στο νέο περιβάλλον. Είναι απαραίτητο οι εργαζόμενοι να είναι ενημερωμένοι σχετικά με τις δυνατότητες του νέου συστήματος και να έχουν εκπαιδευτεί σωστά, ώστε να έχουν εξοικειωθεί με τη νέα επένδυση πριν από την εφαρμογή της. Η παρακολούθηση των αποτελεσμάτων αποτελεί αναπόσπαστη φάση του σταδίου αυτού και πρέπει να γίνεται με συνέπεια και σε τακτά χρονικά διαστήματα, καθώς μέσα από αυτή θα γίνει φανερό αν πραγματοποιούνται οι προσδοκίες των στελεχών ή αν τελικά οι προβλέψεις δεν ήταν σωστά υπολογισμένες.

Το επόμενο στάδιο, μετά την επιτυχημένη εφαρμογή της νέας επένδυσης σχετίζεται με την ανάπτυξη και την ωρίμανσή της. Μέσα από την λειτουργία της νέας επένδυσης τα στελέχη μπορούν να αναγνωρίσουν τα δυνατά και τα αδύνατα σημεία της και επομένως να προσπαθήσουν να βελτιστοποιήσουν τις δυνατότητες που τους προσφέρει. Στη φάση αυτή είναι απαραίτητη η συνεχής υποστήριξη της επένδυσης, αφού οι αλλαγές στο χώρο των νέων τεχνολογιών είναι ραγδαίες. Έτσι, κρίνεται αναγκαίο τα στελέχη να παρακολουθούν τις εξελίξεις και να τις ενσωματώνουν στο πρόγραμμά τους, προκειμένου να διατηρείται η απόδοση της επένδυσης στο βέλτιστο επίπεδο. Κατά την ανάπτυξη και ωρίμανση της επένδυσης τα αποτελέσματά της γίνονται ξεκάθαρα, αφού πλέον έχει παρέλθει και το απαραίτητο χρονικό διάστημα.

Το τελευταίο στάδιο του κύκλου ζωής μιας επένδυσης σε νέες τεχνολογίες είναι αυτό της απόσυρσης της εφαρμογής. Το κυριότερο χαρακτηριστικό των νέων τεχνολογιών είναι οι συνεχείς αλλαγές και οι συνεχείς αναβαθμίσεις των προϊόντων. Επομένως η απόσυρση μιας επένδυσης σε νέες τεχνολογίες μπορεί να έρθει πολύ πιο γρήγορα από τις εκτιμήσεις των στελεχών, καθώς τα νέα προϊόντα θα εξυπηρετούν καλύτερα τις ανάγκες τις επιχείρησης. Στο στάδιο αυτό είναι πολύτιμη η εμπειρία που έχουν αποκτήσει τα στελέχη του οργανισμού από τις προηγούμενες φάσεις, καθώς μέσα από αυτή θα μπορέσει να γίνει πιο ομαλά η απόσυρση της επένδυσης και η αντικατάστασή της με κάποια καινούρια.

 

5.3 Μέθοδοι για την αξιολόγηση επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες

Για την αξιολόγηση επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες, η πλειοψηφία των επιχειρήσεων χρησιμοποιεί τις ίδιες μεθόδους που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των υπόλοιπων επενδυτικών σχεδίων. Οι παραδοσιακές αυτές τεχνικές όμως, ιδιαίτερα στην περίπτωση επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες, παρουσιάζουν ορισμένα μειονεκτήματα, τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα τα αποτελέσματα που προκύπτουν να μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Οι επενδυτικές προτάσεις, με τη χρήση των παραδοσιακών τεχνικών, συχνά μελετώνται μέσα σε στενά πλαίσια, καθώς εξετάζονται από τη σκοπιά του τμήματος της επιχείρησης που προτείνει την επένδυση. Με τον τρόπο αυτό όμως, τα οφέλη που προκύπτουν εξωτερικά του τμήματος, όπως η μείωση της έμμεσης εργασίας ή των αποθεμάτων, παραβλέπονται.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες που εμπίπτει στην περίπτωση αυτή είναι το σύστημα αυτοματοποιημένου σχεδιασμού ή παραγωγής (CAD/CAM systems). Η πρόταση για επένδυση σε αυτού του είδους την τεχνολογία τις περισσότερες φορές ξεκινά από το σχεδιαστικό τμήμα της επιχείρησης. Ωστόσο τα οφέλη που θα προκύψουν από την εφαρμογή του προγράμματος θα ευνοήσουν όχι μόνο την παραγωγικότητα του συγκεκριμένου τμήματος, αλλά πιθανότητα και του τμήματος παραγωγής. Οι χρησιμοποιούμενες όμως μέθοδοι για την αξιολόγηση επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες, συχνά παραβλέπουν αυτά τα διατμηματικά οφέλη που προκύπτουν από επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες.

Ταυτόχρονα, οι προαναφερθείσες τεχνικές συχνά δεν λαμβάνουν υπόψη τα μη οικονομικά οφέλη που συνεπάγεται μια επένδυση σε νέες τεχνολογίες. Πιο συγκεκριμένα, ζητήματα όπως η μεγαλύτερη ευελιξία στην παραγωγή ή η μεγαλύτερη αποδοτικότητα στην παροχή πληροφοριών, θεωρούνται εσωτερικά θέματα και δεν συμπεριλαμβάνονται στους υπολογισμούς των τεχνικών αυτών. Με το ίδιο σκεπτικό σε επενδύσεις που αφορούν στην ανάπτυξη βάσεως δεδομένων ή σχεδιαστικών συστημάτων συχνά αποδίδεται μηδενική αξία. Η προσέγγιση αυτή όμως, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια δεν φαίνεται κατάλληλη, καθώς υπάρχουν ολοένα και περισσότερες αποδείξεις ότι τέτοιου είδους επενδύσεις προσφέρουν ανεκτίμητη γνώση και εμπειρία στον οργανισμό, την οποία μπορεί να εφαρμόσει στα επόμενα επενδυτικά του σχέδια.

Εξίσου σημαντικό μειονέκτημα των χρησιμοποιούμενων μεθόδων αξιολόγησης επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες είναι η έμφαση που δίνουν στα βραχυχρόνια αποτελέσματα. Πολλές στρατηγικές επενδύσεις και ιδιαίτερα αυτές που αφορούν σε προγράμματα νέων τεχνολογιών, απαιτούν μεγάλο χρονικό διάστημα, προκειμένου να αρχίσουν να αποδίδουν. Μια επένδυση σε εφαρμογές ηλεκτρονικού εμπορίου απαιτεί μεγάλο χρονικό διάστημα, που υπολογίζεται σε μερικά χρόνια, μέχρι να αρχίσει να αποδίδει όπως οι επιχειρήσεις επιθυμούν. Τα στελέχη των επιχειρήσεων, που συχνά η απόδοσή τους αξιολογείται με βάση τις παραδοσιακές τεχνικές, συχνά είναι απρόθυμα να προτείνουν τέτοιες επενδύσεις.

Ένα τέταρτο πρόβλημα που παρουσιάζουν οι μέθοδοι αξιολόγησης επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες είναι οι υποθέσεις οι οποίες εμπεριέχουν, σχετικά με την ανταγωνιστική κατάσταση της επιχείρησης. Όλες οι τεχνικές υποθέτουν ότι η παρούσα θέση του οργανισμού σε σχέση με τους ανταγωνιστές του δεν θα μεταβληθεί αν η επενδυτική πρόταση απορριφθεί. Η υπόθεση αυτή όμως αληθεύει μόνο όταν το κόστος, η ποιότητα, η ευελιξία και η καινοτομία που προσφέρουν οι ανταγωνιστικές επιχειρήσεις στα προϊόντα τους θα παραμείνουν στα ίδια επίπεδα.

 

5.4 Σύγχρονες μέθοδοι για την αξιολόγηση επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες

Μια τεχνική που χρησιμοποιείται τα τελευταία χρόνια για την αξιολόγηση επενδυτικών σχεδίων σε νέες τεχνολογίες, είναι η μέθοδος information economics, η οποία δημοσιεύθηκε αρχικά το 1987 από τους Parker και Benson. Η μέθοδος αυτή περιλαμβάνει μια διαδικασία αντιστοίχισης βαθμών, προκειμένου να αξιολογηθούν τα οφέλη που θα προκύψουν από την επένδυση και τη στρατηγική σχετικότητα των νέων τεχνολογιών. Η τεχνική του information economics περιλαμβάνει τα ακόλουθα στάδια, προκειμένου να μπορέσουν οι αναλυτές να φτάσουν σε κάποιο ασφαλές συμπέρασμα σχετικά με την αποδοχή ή απόρριψη τους επενδυτικού σχεδίου:

• Αρχικά σχηματίζεται μια επιτροπή από στελέχη τα οποία σχετίζονται με τα υπό εξέταση επενδυτικά σχέδια,

• Συγκεντρώνονται όλες οι πληροφορίες σχετικά με τα άυλα στοιχεία των επενδύσεων,

• Ποσοτικοποιείται η σημαντικότητα των ωφελειών και των κινδύνων σε προαποφασισμένη κλίμακα,

• Εκτιμούνται οι πιθανότητες πραγματοποίησης των προαναφερθέντων ωφελειών και κινδύνων σε μια κλίμακα από το μηδέν (0) έως το πέντε (5),

• Γίνεται πολλαπλασιασμός των παραπάνω εκτιμήσεων με το βάρος σημαντικότητας των στοιχείων και τις πιθανότητες, και

• Γίνεται πρόσθεση των αριθμών που θα προκύψουν. Η εναλλακτική που συγκεντρώνει το μεγαλύτερο άθροισμα θεωρείται η καλύτερη και αυτή επιλέγεται.

 

Μια άλλη τεχνική που συνδυάζει τις σύγχρονες με τις παραδοσιακές τεχνικές αξιολόγησης, είναι η μέθοδος της ισορροπημένης κάρτας βαθμολόγησης (balanced scorecard), η οποία αναπτύχθηκε από τους Kaplan και Norton (1996). Σύμφωνα με αυτή έχει αναπτυχθεί ένα πλαίσιο τεσσάρων διαστάσεων, προκειμένου να μπορέσουν τα στελέχη να έχουν μια ολοκληρωμένη εικόνα για την επιχείρηση. Οι τέσσερις προαναφερθείσες διαστάσεις περιλαμβάνουν τα χρηματοοικονομικά αποτελέσματα, ζητήματα που αφορούν στους πελάτες της εταιρίας, ζητήματα που αφορούν σε εσωτερικές διαδικασίες και τέλος ζητήματα που αφορούν στην καινοτομία και τη διαδικασία μάθησης. Για όλες τις παραπάνω διαστάσεις τίθενται στόχοι και αποφασίζονται τα κριτήρια με τα οποία αυτοί θα μετρηθούν.

 


B. «ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΟΠΙΑ ΤΟΥ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ…»

Η οικονομική αξιολόγηση ενός επενδυτικού σχεδίου είναι σε άμεση συνάρτηση με τον «χρήστη» των αποτελεσμάτων. Τρεις κατηγορίες χρηστών μπορούν να διακριθούν (Καλιαμπάκος και Δαμίγος, 2008):

‘ Ιδιώτες επενδυτές

‘ Πιστωτικά ιδρύματα (π.χ. τράπεζες, εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου, μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί, κ.α.)

‘ Κρατικοί φορείς (σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο)

 

Κάθε ένας από τους παραπάνω φορείς εξετάζει το επενδυτικό σχέδιο με διαφορετικά κριτήρια και για το λόγο αυτό, ενδέχεται να χρησιμοποιεί και διαφορετικές προσεγγίσεις. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, ένα επενδυτικό σχέδιο θα πρέπει να «πείσει» και τις τρεις αυτές κατηγορίες φορέων, καθώς –ειδικά σε μεγάλες επενδύσεις–, συμμετέχουν από κοινού στην χρηματοδότηση του.

 

1. Παράδειγμα: Αξιολόγηση επενδυτικού σχεδίου που κατατέθηκε στο πλαίσιο του Άξονα 4 «Εφαρμογή της προσέγγισης LEADER» του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης της Ελλάδος 2007-2013 (ΠΑΑ)

1.1 Άξονας 4 «Εφαρμογή της προσέγγισης LEADER» του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης της Ελλάδος 2007-2013 (ΠΑΑ)

Η νέα περίοδος προγραμματισμού 2007-2013 παρέχει μια σημαντική ευκαιρία στην ανάπτυξη, στην απασχόληση και στην αειφορία του αγροτικού τομέα, μέσω της στήριξης που προσφέρει το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ).

Η συνολική στρατηγική για την Αγροτική Ανάπτυξη της Ελλάδας, στοχεύει στην ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας και της εξωστρέφειας της Ελληνικής αγροτικής οικονομίας, με παράλληλη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και γενικότερα της ποιότητας ζωής των κατοίκων της υπαίθρου. Ειδικότερα, εστιάζεται στην αειφόρο Αγροτική Ανάπτυξη μέσω βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας του πρωτογενή και αγροδιατροφικού τομέα, καθώς και του περιβάλλοντος σε μια βιώσιμη ύπαιθρο.

Η παραπάνω στρατηγική για την Αγροτική Ανάπτυξη κατά την 4η Προγραμματική περίοδο θα επιτευχθεί μέσω της εφαρμογής ενός εθνικού προγράμματος, με τίτλο «Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης (Π.Α.Α.) της Ελλάδας 2007-2013», το οποίο εγκρίθηκε με την αρ. Ε(2007) 6012/29-11-2007 Απόφαση της Ε.Ε και αναπτύσσεται σε τέσσερις άξονες:

Άξονας 1

Βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του τομέα της γεωργίας και της δασοκομίας

Άξονας 2

Βελτίωση του περιβάλλοντος και της υπαίθρου

Άξονας 3

Βελτίωση της ποιότητας ζωής στις αγροτικές περιοχές και διαφοροποίηση της αγροτικής οικονομίας

Άξονας 4

Εφαρμογή της προσέγγισης LEADER

 

Ο Άξονας 4 του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης της Ελλάδος 2007-2013 (ΠΑΑ) αφορά στην εφαρμογή της προσέγγισης LEADER, η οποία εξυπηρετώντας βασικούς στόχους του ΠΑΑ, δίνει τη δυνατότητα σε αγροτικές περιοχές να εφαρμόσουν στρατηγικές τοπικής ανάπτυξης με ολοκληρωμένο και πολυτομεακό χαρακτήρα.

Η εφαρμογή των στρατηγικών αυτών πραγματοποιείται με την «εκ των κάτω προς τα άνω» διαδικασία προγραμματισμού και υλοποίησης, από τοπικά εταιρικά σχήματα δημοσίου – ιδιωτικού τομέα (Ομάδες Τοπικής Δράσης-ΟΤΔ) τα οποία δραστηριοποιούνται στην κάθε περιοχή, γνωρίζουν τις δυνατότητες και δυσκολίες της και είναι αντιπροσωπευτικά των δημοσίων και ιδιωτικών φορέων αυτής.

Οι δράσεις της LEADER, στο πλαίσιο των οποίων επιδιώκεται η στήριξη της καινοτομίας, περιλαμβάνουν τη δημιουργία και ανάπτυξη πολύ μικρών επιχειρήσεων, την ενθάρρυνση τουριστικών δραστηριοτήτων, την αύξηση της προστιθέμενης αξίας γεωργικών και δασοκομικών προϊόντων, την ανάδειξη της αγροτικής κληρονομιάς, την αναμόρφωση χωριών, τις συνεργασίες, τη δικτύωση κ.λ.π.

Τα τοπικά προγράμματα LEADER θα υλοποιηθούν μέχρι το 2015 και θα εφαρμοστούν στο σύνολο των αγροτικών περιοχών της Χώρας. Σημειώνεται ότι κατά την υλοποίηση των τοπικών προγραμμάτων LEADER, οι σχετικές παρεμβάσεις θα πραγματοποιηθούν σε Δημοτικά / Τοπικά Διαμερίσματα μέχρι 5.000 κατοίκων. Επίσης είναι επιτρεπτή και η υλοποίηση παρεμβάσεων σε εκτός σχεδίου περιοχές Δημοτικών / Τοπικών Διαμερισμάτων με πληθυσμό έως και 10.000 κατοίκους.

 

1.2 Τοπικό Πρόγραμμα Άξονας 4 «Εφαρμογή της προσέγγισης LEADER» του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης της Ελλάδος 2007-2013 (ΠΑΑ) στο Νομό Θεσσαλονίκης

Η στρατηγική του Τοπικού Προγράμματος διαρθρώνεται γύρω από το παρακάτω Κεντρικό Θεματικό Άξονα: Βέλτιστη αξιοποίηση των ενδογενών αναξιοποίητων πόρων της περιοχής μέσω της «παραγωγικής» διασύνδεσης τους και της ενσωμάτωσης της αειφόρου εκμετάλλευσης τους, στις οικονομικές δραστηριότητες της περιοχής στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της ταυτότητας της και της ελκυστικότητας της.

 

Οι γενικοί στόχοι του Τοπικού Προγράμματος είναι:

1. Ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, με έμφαση στη διαφοροποίηση της παραγωγής, την ποιότητα των προϊόντων και υπηρεσιών και εμπλουτισμό των οικονομικών δραστηριοτήτων.

2. Ενίσχυση της ελκυστικότητας της περιοχής με έμφαση στην προστασία του περιβάλλοντος, στην ανάδειξη της ταυτότητας της και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής.

3. Ενίσχυση δομών συνεργασίας και βελτίωση ικανότητας τοπικών φορέων για την υλοποίηση αναπτυξιακών παρεμβάσεων.

 

Οι ειδικοί στόχοι του Τοπικού Προγράμματος είναι:

1. Βελτίωση της ανταγωνιστικότητας μέσω ενίσχυσης επενδύσεων εκσυγχρονισμού, εισαγωγής καινοτομίας και ποιοτικής αναβάθμισης των προϊόντων και υπηρεσιών, ιδιαίτερα σε κλάδους με ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην αγορά.

2. Δημιουργία συνθηκών πολυαπασχόλησης και ενίσχυση του εισοδήματος του τοπικού πληθυσμού.

3. Δημιουργία προϋποθέσεων βελτίωσης των όρων εργασίας και της ποιότητας ζωής του τοπικού πληθυσμού μέσω της ενίσχυσης τεχνικών υποδομών και πολιτιστικών υποδομών και υπηρεσιών.

4. Ενίσχυση και αναβάθμιση της προσφοράς (υποδομών και υπηρεσιών) εναλλακτικού τουρισμού με έμφαση στις δράσεις αναψυχής και στις δραστηριότητες υπαίθρου.

5. Ανάδειξη του φυσικού περιβάλλοντος ως βασικού συντελεστή ανάπτυξης της περιοχής, μέσω της ενίσχυσης της περιβαλλοντικής επιχειρηματικότητας, και ως βασικού στοιχείου της ταυτότητας της περιοχής.

6. Διατήρηση και αναβάθμιση της πολιτιστικής ταυτότητας που συνδέεται τόσο με ιστορικά όσο και με παραγωγικά στοιχεία της περιοχής.

7. Προώθηση της δικτύωσης και συνεργασίας σε τοπικό, διατοπικό και διακρατικό επίπεδο.

8. Ενδυνάμωση των υπηρεσιών τεχνικής υποστήριξης, προσανατολισμού, εμψύχωσης και απόκτησης δεξιοτήτων των παραγωγών, των επιχειρηματιών και των κατοίκων της περιοχής.

 

Το τοπικό πρόγραμμα της Αναπτυξιακής Νομού Θεσσαλονίκης Α.Ε.  περιλαμβάνει τα ακόλουθα μέτρα και  υπομέτρα:

ΜΕΤΡΟ

ΚΩΔΙΚΟΣ ΥΠΟΜΕΤΡΟΥ

ΥΠΟΜΕΤΡΟ

41. Στρατηγικές τοπικής ανάπτυξης:

411. Ανταγωνιστικότητα

413.Ποιότητα ζωής/ Διαφοροποίηση

 

L123

Αύξηση της αξίας των γεωργικών και δασοκομικών προϊόντων

L311

Διαφοροποίηση προς μη γεωργικές δραστηριότητες

L312

Στήριξη της δημιουργίας και ανάπτυξης πολύ μικρών επιχειρήσεων

L313

Ενθάρρυνση τουριστικών δραστηριοτήτων

L321

Βασικές υπηρεσίες για την οικονομία και τον αγροτικό πληθυσμό

L323

Διατήρηση και αναβάθμιση της αγροτικής κληρονομιάς

421: Διατοπική και διακρατική συνεργασία

421α

Διατοπική συνεργασία

421β

Διακρατική συνεργασία

431: Δαπάνες λειτουργίας, απόκτηση δεξιοτήτων, εμψύχωση

431α

Δαπάνες λειτουργίας της ΟΤΔ

431β

Απόκτηση δεξιοτήτων και εμψύχωση

 

1.3 Αξιολόγηση επενδύσεων στο πλαίσιο του Άξονα 4 «Εφαρμογή της προσέγγισης LEADER»

Η αξιολόγηση των προτάσεων των δυνητικών δικαιούχων γίνεται από επιτροπή που συγκροτείται με απόφαση της Επιτροπής Διαχείρισης Προγράμματος LEADER. Η επιτροπή αξιολόγησης των προτάσεων των δυνητικών δικαιούχων αποτελείται αποκλειστικά από προσωπικό που απασχολείται στην Αναπτυξιακή Εταιρία.

Τα κριτήρια για την αξιολόγηση των προτάσεων των δυνητικών δικαιούχων διακρίνονται σε κριτήρια επιλεξιμότητας (ελάχιστα απαιτούμενα κριτήρια) και σε κριτήρια επιλογής (βαθμολογούμενα κριτήρια) ανάλογα με το είδος της προκηρυσσόμενης δράσης. Όσοι υποψήφιοι δεν πληρούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας ή όσοι δεν προσκομίσουν κάποιο ή όλα τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την απόδειξη των εν λόγω κριτηρίων, αποκλείονται από την περαιτέρω διαδικασία.

Για κάθε προκηρυσσόμενη δράση, η επιτροπή αξιολόγησης εξετάζει τις υποβληθείσες προτάσεις σύμφωνα με τα κριτήρια επιλεξιμότητας και επιλογής, καταγράφει σε Δελτίο Αξιολόγησης το αποτέλεσμα της αξιολόγησης με σχετική αναλυτική τεκμηρίωση ανά κριτήριο και συντάσσει πρακτικό, στο οποίο περιλαμβάνεται πίνακας κατάταξης των υποβληθεισών προτάσεων, με συνημμένα τα σχετικά Δελτία Αξιολόγησης.

Η ΟΤΔ κοινοποιεί με συστημένη επιστολή στον κάθε υποψήφιο την απόφαση της ΕΔΠ LEADER, συμπεριλαμβανομένου του πίνακα κατάταξης της συγκεκριμένης δράσης, καθώς και το αναλυτικό δελτίο αξιολόγησης της πρότασής του. Στην επιστολή αναφέρεται και η προθεσμία υποβολής ενστάσεων.

 


 


 


  • Ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς της πρότασης, μπορούν να γίνουν αποδεκτά: τίτλοι κυριότητας (συμβόλαιο πώλησης, δωρεά, γονική παροχή, δικαστική απόφαση αναγνωριστική χρησικτησίας, κληρονομική διαδοχή κ.λπ.), οι οποίοι θα συνοδεύονται από πιστοποιητικά από το αρμόδιο υποθηκοφυλακείο ιδιοκτησίας και μεταγραφής, πολυετές μισθωτήριο συμβόλαιο, σύμβαση χρησιδανείου, σύμβαση παραχώρησης χρήσης ή και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο αποδεικνύει κατά περίπτωση την κατοχή ή χρήση κυρίως στις περιπτώσεις ανυπαρξίας τίτλων για δημόσιες εκτάσεις και για πράξεις δημοσίου χαρακτήρα. Στις περιπτώσεις μίσθωσης και εφόσον στην πρόταση προβλέπονται νέες κτιριακές εγκαταστάσεις απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο μίσθωσης με διάρκεια τουλάχιστον 20 ετών από την ημερομηνία υποβολής αίτησης για ένταξη στο τοπικό πρόγραμμα και πιστοποιητικό μεταγραφής. Για λοιπές επενδύσεις (βελτίωση κτιριακών εγκαταστάσεων ή και προμήθεια εξοπλισμού) απαιτείται συμφωνητικό μίσθωσης ή επαγγελματικής μίσθωσης (για επιχειρήσεις), θεωρημένο από τη Δ.Ο.Υ, διάρκειας τουλάχιστον 5 ετών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και στην περίπτωση που το συμφωνητικό έχει συνολική διάρκεια άνω των 9 ετών να έχει συνταχθεί συμβολαιογραφικά και να έχει μεταγραφεί εν συνεχεία στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο. Στην περίπτωση υπό σύσταση εταιρειών, η κατοχή – χρήση του ακινήτου με βάση τα ανωτέρω θα πρέπει να αποδεικνύεται από έναν τουλάχιστον από τους εταίρους.
  • Για την αξιολόγηση του κριτηρίου μη πτώχευσης ή εκκαθάρισης, προσκομίζεται Υπεύθυνη Δήλωση στην οποία δηλώνεται ότι ο υποψήφιος δεν τελεί σε πτώχευση, σε διαδικασία κήρυξης πτώχευσης και σε πτωχευτικό συμβιβασμό.
  • Για την απόδειξη της ιδιωτικής συμμετοχής προσκομίζονται κατά περίπτωση:

-     Βεβαίωση τράπεζας που να δηλώνει το καταρχήν ενδιαφέρον για δανειοδότηση του υποψηφίου, στην περίπτωση που μέρος της πρότασης θα καλυφθεί με δάνειο,

-     Βεβαιώσεις καταθέσεων,

-     Μετοχές, ομόλογα, λοιποί άυλοι τίτλοι,

-     Προσύμφωνα πώλησης ακινήτων,

-     Δυνατότητα αύξησης μετοχικού ή εταιρικού κεφαλαίου, η οποία θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί πριν το πρώτο αίτημα πληρωμής του έργου. Για το σκοπό αυτό υποβάλλεται σχετική απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα.

 


ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ

 


 


  • Για τη βαθμολόγηση του κριτηρίου "Καινοτόμος χαρακτήρας πρότασης" λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα :

Ως Καινοτομία γενικά εκλαμβάνεται:

-     η ανανέωση και η μεγέθυνση του εύρους των προϊόντων, των υπηρεσιών και των αγορών τους,

-     η εγκαθίδρυση νέων μεθόδων παραγωγής, προσφοράς και διανομής και

-     η εισαγωγή αλλαγών στο μάνατζμεντ, στην οργανωτική δομή, στις συνθήκες εργασίας και στις δεξιότητες των εργαζομένων.

 

Υπολογισμός τελικής βαθμολογίας πρότασης

Βαθμολόγηση κριτηρίων επιλογής

Η βαθμολόγηση των κριτηρίων επιλογής γίνεται σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο παρόν Παράρτημα, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά και τα στοιχεία της επενδυτικής πρότασης καθώς και τα προσκομιζόμενα κατά περίπτωση δικαιολογητικά.

Υπολογισμός τελικού βαθμού κριτηρίου επιλογής (ΤΒΚ)

Ο τελικός βαθμός του κάθε κριτηρίου (ΤΒΚ) προκύπτει από τον μαθηματικό τύπο:

ΤΒΚ = Βαθμός κριτηρίου Χ 100 Χ συντελεστή βαρύτητας

Υπολογισμός τελικής βαθμολογίας πρότασης (ΤΒΠ)

Ο τελικός βαθμός του κάθε επενδυτικού σχεδίου (ΤΒΠ) προκύπτει από το άθροισμα των Τελικών Βαθμών Κριτηρίων (ΤΒΚ)

Κατάταξη των προτάσεων

Η  κατάταξη των προτάσεων γίνεται κατά φθίνουσα σειρά της Τελικής Βαθμολογίας τους (ΤΒΠ) και χρηματοδοτούνται ολοκληρωμένες επενδύσεις, μέχρι τη σειρά που υπάρχουν διαθέσιμες πιστώσεις. Σε περίπτωση που υπάρξει αδιάθετο υπόλοιπο, η ΟΤΔ μπορεί να το διαθέσει σε άλλη δράση, με τη σύμφωνη γνώμη της ΕΥΕ ΠΑΑ – Διαφοροποίηση.

 

2. Παράδειγμα: Αξιολόγηση επενδυτικού σχεδίου που κατατέθηκε στο πλαίσιο του Προγράμματος «Ενίσχυση Επιχειρηματικότητας των Γυναικών» του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανταγωνιστικότητα και Επιχειρηματικότητα 2007-2013»

2.1 Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Ανταγωνιστικότητα και Επιχειρηματικότητα 2007-2013»

Κεντρικός αναπτυξιακός στόχος του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανταγωνιστικότητα και Επιχειρηματικότητα» 2007-2013 (ΕΠΑΝ ΙΙ) είναι η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και της εξωστρέφειας των επιχειρήσεων και του παραγωγικού συστήματος της χώρας, με έμφαση στη διάσταση της καινοτομικότητας.

Για την επίτευξη του αναπτυξιακού στόχου, οι κατευθυντήριες γραμμές πάνω στις οποίες σχεδιάστηκε το Νέο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα ΕΠΑΝ ΙΙ είναι οι ακόλουθες:

  1. Επιτάχυνση της μετάβασης στην οικονομία της γνώσης.
  2. Ανάπτυξη της υγιούς, αειφόρου και εξωστρεφούς επιχειρηματικότητας και διασφάλιση των φυσικών, θεσμικών και οργανωτικών προϋποθέσεων που την εξυπηρετούν.
  3. Ενίσχυση της ελκυστικότητας της Ελλάδας ως τόπου ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας, με σεβασμό στο περιβάλλον και την αειφορία.

 

2.2 Σκοπός του προγράμματος «Ενίσχυση Επιχειρηματικότητας Γυναικών»

Το Πρόγραμμα υλοποιείται στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανταγωνιστικότητα και Επιχειρηματικότητα» - (ΕΠΑΝ ΙΙ) και εντάσσεται στον Άξονα Προτεραιότητας 2, ο οποίος επιδιώκει την δημιουργία και επέκταση της εξωστρεφούς επιχειρηματικότητας, ως ισχυρής και ικανής συνθήκης για την παραγωγική αναβάθμιση της χώρας προς αγαθά και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας, με ενσωμάτωση γνώσης και καινοτομίας, με ποιότητα και με περιβαλλοντική ευαισθησία.

Το πρόγραμμα αποσκοπεί στη διευκόλυνση - μέσω χρηματοδοτικών ενισχύσεων – της ίδρυσης νέων επιχειρήσεων από γυναίκες  (Επιχειρηματικότητα Γυναικών), σε όλους σχεδόν τους τομείς οικονομικής δραστηριότητας.

Με στόχο την επίτευξη αυτής της αναπτυξιακής στροφής, το πρόγραμμα έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να ενθαρρύνει ιδιαίτερα επιχειρηματικές προτάσεις με τα εξής χαρακτηριστικά:

1.     Καινοτομία : Η Καινοτομία ορίζεται ως «η εφαρμοσμένη χρήση της γνώσης με σκοπό την παραγωγή ή/και παροχή νέων ή ουσιαστικά βελτιωμένων προϊόντων, διαδικασιών ή/και υπηρεσιών που βρίσκουν άμεσης παραγωγικής, χρηστικής ή/και εμπορικής εφαρμογής». Η καινοτομία μπορεί να αναφέρεται σε ένα νέο προϊόν ή μια νέα διαδικασία ή μια νέα υπηρεσία, στους τρόπους παραγωγής τους ή στην τεχνολογία που χρησιμοποιείται, όπως και στην διοικητική δομή ενός οργανισμού (εσωτερικά ή εξωτερικά σε σχέση με τους πελάτες ή καταναλωτές).

2.     Υψηλή ποιότητα επιχειρηματικής ομάδας. (Παραγωγικές δεξιότητες, επιχειρηματικό ταλέντο, υψηλό μορφωτικό επίπεδο, εμπειρία και γνώση του αντικειμένου κ.τ.λ.)

3.     Είσοδο σε νέες αγορές ή σε αναπτυσσόμενες αγορές ανοικτού ανταγωνισμού και θετικών προοπτικών.

4. Ανάπτυξη προϊόντων, υπηρεσιών ή/και διαδικασιών υψηλής προστιθέμενης αξίας.

5.  Δημιουργία απασχόλησης.

 

2.3 Κριτήρια επιλογής προτάσεων στο πλαίσιο του προγράμματος «Ενίσχυση Επιχειρηματικότητας Γυναικών»

2.3.1. Καθορισμός κριτηρίων επιλεξιμότητας πρότασης

Κριτήριο επιλεξιμότητας

Τεκμηρίωση

Τεκμηρίωση Σχεδίου

Χρηματοδότησης &

Κάλυψη iδιας συμμετοχής

 

  • Το σχέδιο θα πρέπει να περιγράφει σαφώς τη δραστηριότητα που θα αναπτυχθεί και να περιλαμβάνει προσφορές – προτιμολόγια - τιμοκαταλόγους και φυλλάδια τεχνικών χαρακτηριστικών και λοιπών στοιχείων του μηχανολογικού εξοπλισμού και των επαγγελματικών μεταφορικών μέσων. Για τις δαπάνες των εγκαταστάσεων, των λοιπών δαπανών και των πάσης φύσεως κτιριακών εργασιών και ιδιοκατασκευών αρκεί η υποβολή τεκμηριωμένου προϋπολογισμού, ανά περίπτωση.
  • Επίσης, θα πρέπει να περιλαμβάνει τυχόν στοιχεία πιστοποίησης τεχνολογικής καινοτομίας, ύπαρξη πατέντας, χρήσης νέων τεχνολογιών, προστασίας περιβάλλοντος, αξιοποίηση της Κοινωνίας της Πληροφορίας και πρόβλεψη για την εξασφάλιση της προσβασιμότητας των ατόμων με αναπηρία τόσο στο φυσικό ή/και στο δομημένο περιβάλλον όσο και στις υπηρεσίες και στα ηλεκτρονικά περιβάλλοντα.
  • Τέλος, θα πρέπει να περιέχει περιγραφή και τεκμήρια του τρόπου κάλυψης της ιδίας συμμετοχής, (βεβαιώσεις Τραπεζών ,φορολογικές δηλώσεις κλπ) και γενικά οτιδήποτε αποδεικνύει την δυνατότητα κάλυψης των απαιτούμενων ιδίων κεφαλαίων, σύμφωνα  με τα προβλεπόμενα στο αντίστοιχο πεδίο του εντύπου υποβολής.

Καταλληλότητα έδρας (περιοχή εγκατάστασης) επιχειρηματικής δραστηριότητας

Θα πρέπει η προβλεπόμενη θέση της νέας επιχείρησης να μη βρίσκεται σε περιοχή που δεν επιτρέπεται εξ αρχής η εγκατάσταση, με βάση το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.


 

Βιωσιμότητα επιχείρησης

 

Προκύπτει με βάση τα στοιχεία που συμπληρώνονται στο αντίστοιχο πεδίο του εντύπου Υποβολής και μετά την οριστικοποίηση τους από τους αξιολογητές. Θα πρέπει να προκύπτει ότι η νέα επιχείρηση μπορεί να είναι βιώσιμη.

 

 

2.3.2 Καθορισμός βαθμολογουμένων κριτηρίων

Κάθε ένα από τα κριτήρια που ακολουθούν βαθμολογείται τεκμηριωμένα με βαθμό 0-10, σύμφωνα με τον τρόπο βαθμολόγησης που παρουσιάζεται παρακάτω.

Α/Α

ΚΡΙΤΗΡΙΟ

(1)

 

 

 

 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ ΒΑΡΥΤΗΤΟΣ

(2)

ΒΑΘΜΟΣ

0-10

(3)

ΣΤΑΘΜΙΣΜΕΝΗ ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ

(4)

(4) = (2) x (3)

1Η ΟΜΑΔΑ ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ

 

 

 

1

Προβλεπόμενη κερδοφορία βάσει του πίνακα βιωσιμότητας του Εντύπου Υποβολής

 

7

 

 

2

Έχει τεκμηριωμένα βρεθεί συγκεκριμένη θέση (συγκεκριμένη διεύθυνση) για την έδρα της επιχείρησης

 

10

 

 

3

Αριθμός θέσεων εργασίας(ΘΕ) ανά Δημόσια Χρηματοδότηση (ΔΧ) επενδυτικού σχεδίου

40

 

 

2Η ΟΜΑΔΑ ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ

 

 

 

4

Εκπαίδευση

55

 

 

5

Συνάφεια σπουδών με ειδικό αντικείμενο εργασίας

35

 

 

6

Σπουδές σε marketing ή/και management

22

 

 

7

Ερευνητικό έργο συναφές με αντικείμενο εργασίας

22

 

 

8

Εργασιακή Εμπειρία συναφής με αντικείμενο

44

 

 

9

Εργασιακή Εμπειρία σε Marketing ή/και management

18

 

 

3Η ΟΜΑΔΑ ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ

ΠΡΟΪΟΝ-ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 

 

 

10

Καινοτομία (Τεχνολογική ή Μη Τεχνολογική) επί της οποίας βασίζεται το επιχειρηματικό  σχέδιο

72

 

 

11

Ύπαρξη πατέντας ή δικαιώματα εκμετάλλευσης πατέντας ή πνευματικής ιδιοκτησίας

36

 

 

12

Ένταξη αντικειμένου σε επιλεγμένους κλάδους Νέων  τεχνολογιών ως αναλύεται σε παρακάτω πίνακα, ή εγκατάσταση σε προστατευόμενο περιβάλλον τεχνολογικού πάρκου/ θερμοκοιτίδας καινοτόμων επιχειρήσεων

34

 

 

13

Πρόβλεψη σχεδίου για εξοικονόμηση Ενέργειας- Αειφορία ή/ και Πρόβλεψη σχεδίου για Προστασία περιβάλλοντος

14

 

 

14

Συσχέτιση με πρότυπα παραδοσιακού πολιτισμού της χώρας

6

 

 

4Η ΟΜΑΔΑ ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ

ΑΓΟΡΑ

15

Βαθμός ανταγωνισμού με άλλες επιχειρήσεις

20

 

 

16

Ανάπτυξη κλάδου (τελευταία 5 έτη)

18

 

 

17

Μορφή πελατών  προϊόντων/ υπηρεσιών  της επιχείρησης

16

 

 

18

Δυνητικοί πελάτες – όγκος πωλήσεων – εύρος πελατών

13

 

 

19

Προοπτικές εξαγωγών

18

 

 

 

ΣΥΝΟΛΟ

500

 

 

 

2.3.3. Τρόπος βαθμολόγησης των κριτηρίων

ΚΡΙΤΗΡΙΟ

(1)

ΚΛΙΜΑΚΑ

(2)

ΤΡΟΠΟΣ ΒΑΘΜΟΛΟΓΗΣΗΣ

(3)

1Η ΟΜΑΔΑ ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ

 

 

1

Προβλεπόμενη κερδοφορία βάσει του πίνακα βιωσιμότητας, όπως αυτός οριστικοποιήθηκε

Κέρδη προ αποσβέσεων και φόρων /κύκλος εργασιών

0-10%

10%-20%

20%-….

1 Βαθμός για κάθε δεκάδα

 

2

Έχει τεκμηριωμένα βρεθεί συγκεκριμένη θέση (συγκεκριμένη διεύθυνση) για την έδρα της επιχείρησης

 

Ναι=10

Όχι=0

3

Αριθμός θέσεων εργασίας(ΘΕ) ανά Δημόσια Χρηματοδότηση (ΔΧ) επενδυτικού σχεδίου

1 ,2,3,4,5…….10

 

Βαθμός=(ΘΕ)Χ100.000/(ΔΧ).

Στρογγυλοποίηση στον πλησιέστερο ακέραιο.

Max τιμή=10

2Η ΟΜΑΔΑ ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ

 

 

 

4

Εκπαίδευση

  • Απόφοιτος Δημοτικού - Γυμνασίου
  • Απόφοιτος Λυκείου
  • Απόφοιτος τεχνικού Λυκείου
  • Μεταλυκειακές:
    • ΤΕΙ
    • ΑΕΙ
    • Μεταπτυχιακός Τίτλος
    • Διδακτορικό ή Περισσότεροι από έναν Μεταπτυχιακοί Τίτλοι

Αντίστοιχη Βαθμολόγηση :

-2-

-3-

-4-

-5-

-6-

-8-

-10-

5

Συνάφεια σπουδών με ειδικό αντικείμενο εργασίας

Δευτεροβάθμια – Μεταλυκειακή –

ΤΕΙ – ΑΕΙ – Μεταπτυχιακό-Διδακτορικό

Βαθμολόγηση 0 και 2-4-6

-8-10

6

Έτη σπουδών σε marketing ή/και management

0 και 1-2-3-4-5+

Μηδέν ή

2 μονάδες για κάθε

στάδιο

7

Ερευνητικό έργο συναφές με αντικείμενο εργασίας

0 και 2-4-6-8-10+ έτη

Μηδέν ή

2 μονάδες για κάθε

στάδιο

8

Εργασιακή Εμπειρία συναφής με αντικείμενο

0 και 2-4-6-8-10+ έτη

Μηδέν ή

2 μονάδες για κάθε

στάδιο

9

Εργασιακή Εμπειρία σε Marketing ή/και management

0 και 2-4-6-8-10+ έτη

Μηδέν ή

2 μονάδες για κάθε

στάδιο

3Η ΟΜΑΔΑ ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ

ΠΡΟΙΟΝ-ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 

 

10

Καινοτομία (Τεχνολογική ή Μη Τεχνολογική) επί της οποίας βασίζεται το επιχειρηματικό  σχέδιο

Μέθοδος αξιολόγησης  στο

Παράρτημα ΙΙΙ

 

Τίθενται βαθμοί 0,5,6,7,8,9,10.

11

Ύπαρξη πατέντας ή δικαιώματα εκμετάλλευσης πατέντας ή πνευματικής ιδιοκτησίας

 

 

ΟΧΙ=   0

ΝΑΙ= 10

12

Ένταξη αντικειμένου σε επιλεγμένους κλάδους Νέων  τεχνολογιών ως αναλύεται στον πίνακα, ή εγκατάσταση σε προστατευόμενο περιβάλλον τεχνολογικού πάρκου/ θερμοκοιτίδας καινοτόμων επιχειρήσεων

  • Παραγωγή και μεταποίηση προηγμένων προϊόντων και εφαρμογών για τον τομέα της υγείας.
  • Παραγωγή φαρμάκων και σκευασμάτων βιολογικής βάσης.
  • Ανάπτυξη και διάθεση προηγμένων διαγνωστικών μεθόδων για ιατρικές ή τεχνολογικές / τεχνικές εφαρμογές
  • Παραγωγή, προϊόντα και επενδύσεις εφαρμογών βιοϊατρικής, βιο-πληροφορικής, βιο-μιμητικής, βιοεπεξεργασίας (bioprocessing) καθώς και αγροβιολογίας.
  • Παραγωγή, προϊόντα και επενδύσεις εφαρμογών ευφυών συστημάτων και ρομποτικής, μικροηλεκτρονικής, νανοτεχνολογίας και μικρο-μηχανικής.
  • Παραγωγή, προϊόντα και επενδύσεις εφαρμογών οπτικών ινών και φωτονικών ή προηγμένων οπτικών συστημάτων.
  • Παραγωγή προϊόντων και επενδύσεις εφαρμογών τηλεματικής σε έξυπνα συστήματα μεταφορών, στον κλάδο της υγείας, σε διαχείριση ενέργειας και υδάτων.
  • Παραγωγή, προϊόντα και επενδύσεις σε προηγμένα ή νέα υλικά για ενεργειακές, ιατρικές, περιβαλλοντικές και αντισεισμικές εφαρμογές πλην των εξαιρέσεων των προϊόντων χαλυβουργίας και των συνθετικών ινών όπως ορίζονται στα σχετικά παραρτήματα του Πολυτομεακού Πλαισίου για τις περιφερειακές ενισχύσεις της Ε.Ε..
  • Παραγωγή, προϊόντα και επενδύσεις υβριδικών ενεργειακών εφαρμογών.
  • Τεχνολογίες ανακύκλωσης και αξιοποίησης απορριμμάτων / αποβλήτων.
  • Συστήματα αυτοματοποιημένου επιχειρησιακού περιβάλλοντος
  • Μικροηλεκτρονική, τεχνολογίες επικοινωνιών.
  • Αεροναυπηγική / Βιομηχανικός σχεδιασμός.
  • Προηγμένα συστήματα διαχείριση φυσικών πόρων.
  • Νέες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, γεωθερμία, ΑΠΕ.
  • Εφαρμογές όλων των ανωτέρω στον πρωτογενή τομέα.
  • Ø Εγκατάσταση σε προστατευόμενο περιβάλλον τεχνολογικού πάρκου/θερμοκοιτίδας καινοτόμων επιχειρήσεων

ΟΧΙ=   0

ΝΑΙ (σε ένα ή περισσότερα))= 10

13

Πρόβλεψη σχεδίου για εξοικονόμηση Ενέργειας- Αειφορία ή/ και Πρόβλεψη σχεδίου για Προστασία περιβάλλοντος

 

ΟΧΙ και στα 2=   0

ΝΑΙ σε 1 από τα 2= 5

ΝΑΙ και στα 2= 10

14

Συσχέτιση με πρότυπα παραδοσιακού πολιτισμού της χώρας

 

ΟΧΙ=   0

ΝΑΙ= 10

4Η ΟΜΑΔΑ ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ

ΑΓΟΡΑ

 

 

 

15

Βαθμός ανταγωνισμού με άλλες επιχειρήσεις

Μικρός

Σημαντικός

Πολύ έντονος

1η επιλογή=10

2η επιλογή=5

3η επιλογή=0

16

Ανάπτυξη κλάδου (τελευταία 5 έτη)

Συνεχής άνοδος

Στασιμότητα

Συνεχής πτώση

1η επιλογή=10

2η επιλογή=5

3η επιλογή=0

17

Μορφή πελατών  προϊόντων/ υπηρεσιών  της επιχείρησης

Προϊόντ / υπηρ. για επιχειρήσεις (B to B)

Προϊόντ / υπηρ για επιχειρ.&καταναλωτές

Προϊόντ /υπηρ. για καταναλωτές (Β to C)

1η επιλογή=10

2η επιλογή=5

3η επιλογή=0

18

Όγκος πωλήσεων – εύρος πελατών

  • Ικανοποιούνται και οι δύο συνθήκες  (μεγάλος  όγκος – μεγάλο εύρος)?
  • Ικανοποιείται έστω η μία συνθήκη   (μεγάλος – όγκος – μικρό εύρος ή αντίστροφα)?
  • Δεν ικανοποιείται καμία συνθήκη   (μικρός όγκος – μικρό εύρος)?

1η επιλογή=10

2η επιλογή=5

3η επιλογή=0,

 

 

19

Προοπτικές εξαγωγών

Εκτιμώμενες από αξιολογητή :

Ποσοστό εξαγωγών επί του τζίρου

μετά την τριετία

% εξαγωγές>30(υψηλές)

10<% εξαγωγές<30(μεσαίες)

% εξαγωγές<10(χαμηλές)

 

1η επιλογή=10

2η επιλογή=5

3η επιλογή=0

 

 


Αναφορές

Adler R.W., (2000), “Strategic Investment Decision Appraisal Techniques: The Old and The New”, Business Horizons, pp. 15-22.

Brigham E.F., Ehrhardt M.C, (2002), “Financial Management: Theory and Practice”, 10th Edition, Harcourt, Inc.

Dolan P., R. Edlin, (2002), “Is it really possible to build a bridge between cost – benefit analysis and cost – effectiveness analysis?”, Journal of Health Economics, Vol.21, pp. 827-843.

Hilton R.W., Maher M.W., Selto F.H., (2000), “Cost Management: Strategies for Business Decisions”, 1st Edition, McGraw – Hill.

Hinton C.M., G.R. Kaye, (1996) “The Hidden Investments in Information Technology: The Role of Organisational Context and System Dependency”, International Journal of Information Management, Vol.16, pp.413-427.

Irani Z., J.N. Ezingeard, R.J. Grieve, (1997), “Integrating the costs of a manufacturing IT/IS infrastructure into the investment decision-making process”, Technovation, Vol. 17, pp. 695-706.

Καλιαμπάκος Δ., Δαμίγος Δ., (2008) «Σημειώσεις Μαθήματος Οικονομικά του Περιβάλλοντος και των Υδατικών Πόρων. Χρηματοοικονομική και κοινωνικοοικονομική αξιολόγηση επενδύσεων», Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο, Αθήνα, 2008.

Lefley F., (1997), “Approaches to risk and uncertainty in the appraisal of new technology capital projects”, International Journal of Production Economics, Vol. 53, pp. 21-33.

Σακκάς Ν., (2002), «Αξιολόγηση Επενδύσεων. Μέρος Ι: Βασική Θεωρία», LEI Crete, Laboratory of Environmental Informatics, http://talos.stef.teiher.gr/nsak.

Last modified on Τετάρτη, 26 Οκτώβριος 2011 08:52
Chris Megas

Chris Megas

Chris Megas

Website: www.teilar.gr

Latest from Chris Megas

back to top